Την ώρα που τα UNESCO Global Geoparks κερδίζουν διεθνή προβολή και αναγνώριση ως εργαλεία βιώσιμης ανάπτυξης, μια παράλληλη και λιγότερο ορατή επιστημονική δράση, επαναφέρει στο προσκήνιο μια παλαιότερη έννοια: τους γεώτοπους (geotopes και geosites). Ο Εμμανουήλ Μανούτσογλου, Καθηγητής και τέως Κοσμήτορας της Σχολής Μηχανικών Ορυκτών Πόρων του Πολυτεχνείου Κρήτης, εξηγεί ότι πίσω από αυτή την εννοιολογική επιστροφή κρύβεται μια θεμελιώδης συζήτηση για το πώς αντιλαμβανόμαστε, αξιολογούμε και προστατεύουμε τη γεωλογική κληρονομιά στον 21ο αιώνα.
Ο όρος «γεώτοπος» δεν είναι νέος στις Γεωεπιστήμες. Έχει τις ρίζες του στις πρώιμες προσπάθειες καταγραφής και προστασίας σημαντικών γεωλογικών σημείων, που ξεκίνησαν ήδη από τον 19ο αιώνα σε ευρωπαϊκές χώρες. Σύμφωνα με τον επικρατέστερο ορισμό, ένας γεώτοπος αποτελεί «μια περιορισμένη γεωγραφική περιοχή με ιδιαίτερη γεωεπιστημονική σημασία, που χρήζει προστασίας για την επιστημονική, εκπαιδευτική ή πολιτιστική της αξία» (Brilha, 2016). Αυτός ο ορισμός τονίζει τρία βασικά στοιχεία: την περιορισμένη κλίμακα, την επιστημονική αυστηρότητα στην αξιολόγηση, και την πολυδιάστατη αξία του γεωλογικού σχηματισμού.
Η επαναφορά των γεωτόπων στο επίκεντρο της θεωρητικής συζήτησης δεν αποτελεί αντίδραση απέναντι στα γεωπάρκα, αλλά αναγκαία επιστημονική διόρθωση. Ο γεώτοπος, ως χωρικά περιορισμένο και σαφώς ορισμένο γεωλογικό αντικείμενο, ενσωματώνει την ουσία της γεωλογικής κληρονομιάς: τη δυνατότητα ανάγνωσης της γεωλογικής ιστορίας και των φυσικών διεργασιών μέσα από συγκεκριμένα, τεκμηριώσιμα φυσικά αρχεία (Brilha, 2016). Χωρίς τον γεώτοπο, η γεωδιατήρηση (geoheritage) κινδυνεύει να μετατραπεί σε αφηρημένη διαχείριση «τοπίου», αποκομμένη από το ίδιο το γεωλογικό περιεχόμενο που καλείται να προστατεύσει.
Η ίδρυση της International Commission on Geoheritage (ICG) από την IUGS (International Union of Geological Sciences, στα ελληνικά Διεθνής Ένωση Γεωλογικών Επιστημών, ο κορυφαίος παγκόσμιος επιστημονικός οργανισμός για τις γεωεπιστήμες) το 2016, ένα χρόνο μετά την επίσημη ένταξη των Geoparks στη UNESCO, δεν ήταν τυχαία, σηματοδότησε μια σαφή πρακτική τομή: τη ρητή επανατοποθέτηση του γεώτοπου ως πρωτογενούς μονάδας γεωδιατήρησης, ανεξάρτητα από το αν αυτός εντάσσεται ή όχι σε γεωπάρκο (Brilha, 2018). Αντιπροσωπεύει ταυτόχρονα την στρατηγική απόφαση της διεθνούς γεωλογικής κοινότητας να επιβεβαιώσει τον ρόλο της στη διαχείριση της γεωλογικής κληρονομιάς, δίνοντας έμφαση στην επιστημονική αυστηρότητα και στη μονάδα του γεωτόπου ως βασικού δομικού στοιχείου.
Η ICG υιοθέτησε συστηματικά τον όρο geosites (γεώτοποι) για να τονίσει τη διαφορά από τα geoparks (γεωπάρκα): ενώ ένα γεωπάρκο είναι μια ευρεία γεωγραφική περιοχή με κοινωνικοοικονομική διάσταση, ένας γεώτοπος είναι μια συγκεκριμένη γεωλογική θέση ή στενή περιοχή με επιστημονική σημασία. Αυτή η διάκριση δεν είναι απλώς απλή ορολογία αντανακλά διαφορετικές πρακτικές προσέγγισης και κυρίως προστασίας. Η προσέγγιση αυτή δεν απορρίπτει τα Γεωπάρκα, αλλά αρνείται να τα θεωρήσει επαρκές υποκατάστατο της επιστημονικής τεκμηρίωσης και της σημειακής προστασίας.
Η Ευρώπη διατηρεί μια ισχυρή παράδοση στη συστηματική καταγραφή γεωτόπων. Χώρες όπως η Γερμανία με το Geotope-Kataster της, η Ελβετία με το Federal Inventory of Geotopes, και άλλες χώρες της Κεντρικής Ευρώπης με τις εθνικές τους λίστες προστατευόμενων γεωτόπων, έχουν δημιουργήσει εκτεταμένα μητρώα που λειτουργούν ως βάσεις δεδομένων για την επιστημονική έρευνα και την προστασία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση για τη Διατήρηση της Γεωλογικής Κληρονομιάς (ProGEO), που ιδρύθηκε το 1988, αποτελεί τον κύριο θεσμό που συντονίζει αυτές τις εθνικές προσπάθειες σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το έργο της εστιάζει αποκλειστικά στους γεωτόπους, προωθώντας τη δημιουργία εθνικών στρατηγικών γεωδιατήρησης που βασίζονται στην επιστημονική αξιολόγηση μεμονωμένων σημείων.
Στη χώρα μας παρά τις προσπάθειες δεκάδων ετών και από διάφορους φορείς, παρατηρείται ένα τεράστιο κενό! Η ελληνική πολιτεία αρνείται διαχρονικά και συστηματικά να αναγνωρίσει, σε ένα ιδιαίτερα ευνομούμενο φυσικό περιβάλλον, την ύπαρξη ιδιαίτερων γεωλογικών δομών, που χρίζουν προστασίας και θεσμικής θωράκισης. Ένα από τα κεντρικά ερωτήματα που απασχολούν την επιστημονική κοινότητα είναι πώς αξιολογούμε και συγκρίνουμε γεωτόπους και πώς αποφασίζουμε ποιοι αξίζουν προστασίας σε εθνικό ή διεθνές επίπεδο. Η απάντηση βρίσκεται στην ανάπτυξη συγκριτικών μεθοδολογιών που εξετάζουν πολλαπλά κριτήρια: επιστημονική αξία (σπανιότητα, αντιπροσωπευτικότητα, ακεραιότητα), εκπαιδευτική αξία, τουριστική αξία, και κίνδυνο υποβάθμισης.
Η ICG έχει καταβάλει σημαντική προσπάθεια για την τυποποίηση αυτών των κριτηρίων, ώστε να είναι δυνατή η σύγκριση γεωτόπων σε παγκόσμια κλίμακα (Brilha, 2018). Αυτή η προσέγγιση διαφέρει ριζικά από την αξιολόγηση των γεωπάρκων, όπου τα κριτήρια περιλαμβάνουν στοιχεία βιώσιμης ανάπτυξης, τοπικής συμμετοχής και κοινωνικής ωφέλειας. Ενώ ένα γεωπάρκο αξιολογείται ως ένα «ανοιχτό σύστημα» αλληλεπίδρασης κοινωνίας, οικονομίας και γεωλογίας με απλά κριτήρια, ο γεώτοπος αξιολογείται ως ένα «πολύ συγκεκριμένο» επιστημονικό αντικείμενο, με αυστηρά γεωλογικά κριτήρια.
Μια επιπρόσθετη θεμελιώδης διαφορά μεταξύ γεωτόπων και γεωπάρκων είναι η κλίμακα. Ένας γεώτοπος μπορεί να είναι μια μεμονωμένη αποκάλυψη πετρώματος, ένα σπήλαιο, μια γεωλογική δομή, ένα απολιθωματοφόρο στρώμα, συχνά μερικά τετραγωνικά μέτρα ή χιλιόμετρα μιας ακτής. Ένα γεωπάρκο αντίθετα, εκτείνεται σε εκατοντάδες ή χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα και μπορεί να περιλαμβάνει πολλαπλούς γεωτόπους μαζί με κατοικημένες περιοχές, υποδομές και οικονομικές δραστηριότητες. Αυτή η διαφορά στην κλίμακα επηρεάζει άμεσα τις στρατηγικές διαχείρισης και προστασίας. Ένας γεώτοπος μπορεί να προστατευθεί με νομοθετική κατοχύρωση που να οδηγεί σε περίφραξη, ή ακόμα και σε επιβλεψη ή/και περιορισμό πρόσβασης. Μέτρα που είναι γνωστά από τους δεκάδες αρχαιολογικούς χώρους στη χώρα μας, τα οποία θα ήταν αδύνατο να εφαρμοστούν σε ένα γεωπάρκο (Prosser et al., 2018).
Η προστασία ενός γεωτόπου εστιάζει στη ισορροπία μεταξύ επιστημονικής μελέτης, διατήρησης και προβολής του γεωλογικού σχηματισμού, ενώ η διαχείριση ενός γεωπάρκου εστιάζει στην ισορροπία μεταξύ γεωτουρισμού, τοπικής ανάπτυξης και εκπαίδευσης. Η άνοδος των UNESCO Global Geoparks θα μπορούσε να είχε οδηγήσει στην υποχώρηση της έννοιας του γεωτόπου. Αντίθετα, παρατηρούμε μια αναζωογόνηση του ενδιαφέροντος για τη συστηματική καταγραφή και προστασία μεμονωμένων γεωλογικών δομών και θέσεων. Αυτό συμβαίνει για τρεις κύριους λόγους.
Πρώτον, τα γεωπάρκα δεν καλύπτουν όλες τις σημαντικές γεωλογικές περιοχές. Υπάρχουν αναρίθμητοι γεώτοποι εκτός γεωπάρκων που χρήζουν μελέτης και προστασίας αλλά δεν πληρούν τα κριτήρια ένταξης σε ένα γεωπάρκο, είτε λόγω γεωγραφικής απομόνωσης, είτε επειδή βρίσκονται σε περιοχές όπου η κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη δεν είναι εφικτή ή επιθυμητή.
Δεύτερον, η επιστημονική κοινότητα έχει ανάγκη από λεπτομερείς καταλόγους γεωτόπων για ερευνητικούς σκοπούς. Ενώ τα γεωπάρκα παρέχουν ένα ευρύ πλαίσιο, οι επιστήμονες χρειάζονται ακριβή στοιχεία για συγκεκριμένες τοποθεσίες, πληροφορίες που μόνο μια συστηματική καταγραφή γεωτόπων μπορεί να παράσχει (Erikstad, 2013).
Τρίτον, η νομοθετική προστασία απαιτεί συχνά τον σαφή προσδιορισμό συγκεκριμένων σημείων. Οι εθνικές και ευρωπαϊκές νομοθεσίες για την προστασία φυσικής κληρονομιάς αναφέρονται συχνότερα σε μεμονωμένους γεωτόπους παρά σε ευρείες περιοχές, καθιστώντας την έννοια του γεωτόπου νομικά αναγκαία.
Η σχέση μεταξύ γεωτόπων και γεωπάρκων δεν είναι ανταγωνιστική αλλά συμπληρωματική. Τα γεωπάρκα λειτουργούν ως πλαίσια ολοκληρωμένης διαχείρισης όπου οι γεώτοποι αποκτούν κοινωνική σημασία και συμβάλλουν στην τοπική ανάπτυξη. Οι γεώτοποι, από την άλλη, παρέχουν την επιστημονική βάση και την ακριβή τεκμηρίωση που χρειάζονται τα γεωπάρκα για να λειτουργήσουν αποτελεσματικά. Η ICG και η UNESCO αναγνωρίζουν όλο και περισσότερο αυτή τη συμπληρωματικότητα. Η επιστημονική τεκμηρίωση που παρέχει η ICG για τους γεωτόπους χρησιμοποιείται στην αξιολόγηση υποψήφιων γεωπάρκων, ενώ τα γεωπάρκα λειτουργούν ως πιλοτικά πεδία για τις μεθοδολογίες διαχείρισης γεωτόπων (Henriques and Brilha, 2017).
Η διάκριση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία και στο ελληνικό πλαίσιο. Η ελληνική νομοθεσία ούτε υιοθέτησε, ούτε υιοθετεί την έννοια του γεωπάρκου. Αντίθετα παρέχει εργαλεία προστασίας που είναι εγγενώς προσαρμοσμένα στην αναγνώριση των γεωτόπων. Ο ν. 1650/1986 (άρθρο 19) επιτρέπει την προστασία μεμονωμένων φυσικών σχηματισμών και μνημείων της φύσης, περιλαμβάνοντας ρητά γεωλογικά και γεωμορφολογικά στοιχεία. Παράλληλα, ο ν. 3937/2011 εισάγει ρητά τον όρο «γεώτοποι», αναγνωρίζοντας θεσμικά ότι η γεωλογική κληρονομιά δεν ταυτίζεται με το τοπίο στο σύνολο του, αλλά εντοπίζεται σε συγκεκριμένες θέσεις με επιστημονική αξία (ν. 3937/2011, άρθρο 2).

Το μέλλον της γεωδιατήρησης δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά σε μεγάλα χωρικά αφηγήματα. Χρειάζεται μια αντιστροφή προτεραιοτήτων: από το πλαίσιο στο περιεχόμενο, από το γεωπάρκο στον γεώτοπο. Τα γεωπάρκα μπορούν να λειτουργήσουν ως εργαλεία ερμηνείας, εκπαίδευσης και κοινωνικής ενσωμάτωσης, αλλά μόνο εφόσον στηρίζονται σε ένα στιβαρό υπόβαθρο τεκμηριωμένων γεωτόπων. Χωρίς αυτό, η γεωδιατήρηση κινδυνεύει να μετατραπεί σε αγοραίο τουριστικό προϊόν, αποσυνδεδεμένο από τη γεωλογική γνώση που υποτίθεται ότι υπηρετεί. Οι γεώτοποι δεν είναι το «παρελθόν» της γεωλογικής κληρονομιάς και γεωδιατήρησης, είναι η ελάχιστη, αναντικατάστατη μονάδα του μέλλοντος της. Σε μια εποχή όπου η γεωλογική κληρονομιά καλείται να αποδείξει τη χρησιμότητά της, η επιστημονική αυστηρότητα δεν είναι πολυτέλεια, αλλά προϋπόθεση.
Μεταφράστηκαν, αναδιατάχθηκαν και αντλήθηκαν δεδομένα από:







