Στο βιβλίο «Χαλκιδική, φτιαγμένη από Γη και Θάλασσα» γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα Μεταλλεία Κασσάνδρας, και ειδικότερα σε μια απλοποιημένη προσέγγιση της γεωλογίας των κοιτασμάτων Ολυμπιάδας και Στρατωνίου, με έμφαση στο μεταλλογενετικό μοντέλλο σχηματισμού τους που αποτελεί και την βάση της στρατηγικής της κοιτασματολογικής έρευνας που εφαρμόζεται. Συγκριμένα αναφέρεται:
«...Τα αρχαία μεταλλευτικά έργα και η μεταλλογενετική προσέγγιση και μοντελοποίηση, στη βάση γεωλογικής ερμηνείας συγκεκριμένων μεταλλοφόρων εμφανίσεων, στήριξαν σε μεγάλο βαθμό τη μεθοδολογία κοιτασματολογικής έρευνας, στο πλαίσιο εντοπισμού νέων δυναμικών στόχων, στην ευρύτερη περιοχή του μεταλλείου Ολυμπιάδας. Ανήκει στις ικανότητες του οικονομικού γεωλόγου και κοιτασματολόγου να αξιοποιεί δημιουργικά την υπάρχουσα πληροφόρηση και τα δεδομένα, όπως επίσης να συλλέγει στοιχεία και χαρακτηριστικά στη βάση παρατηρήσεων και αναλύσεων, που δεν έτυχαν απαραίτητης προσοχής και ανάλογου ενδιαφέροντος στο παρελθόν και τα οποία μπορούν να συμβάλλουν θετικά στην ανάδειξη νέων μεταλλοφόρων συγκεντρώσεων και πρόσθετων αποθεμάτων.
«Η σύνθετη αξιοποίηση του συνόλου των γεωεπιστημονικών δεδομένων, μέσα από παραστάσεις ολοκληρωμένων μεταλλογενετικών μοντέλλων, συμβάλλει στην καλύτερη ερμηνευτική προσέγγιση για τον τρόπο σχηματισμού των κοιτασμάτων και στην εφαρμογή βέλτιστων πρακτικών κοιτασματολογικής έρευνας για τον εντοπισμό τους. Η κοιτασματολογική έρευνα, που πραγματοποιήθηκε στην Β.Α. Χαλκιδική, είχε σαν αποτέλεσμα τον χαρακτηρισμό δύο βασικών κοιτασματολογικών τύπων, συγκεκριμένα, (i) συμπαγή θειούχα πολυμεταλλικά μετασωματικά στρωματέγκλειστα κοιτάσματα, τύπου manto, που απαντώνται στις περιοχές Ολυμπιάδας, Μαντέμ Λάκκου και Μαύρων Πετρών, και (ii) κοιτάσματα χαλκού-χρυσού πορφυρικού τύπου που βρίσκονται στις Σκουριές (Σχήμα 1). Τα πολυμεταλλικά (μόλυβδος, ψευδάργυρος, άργυρος, χρυσός) θειούχα μεταλλοφόρα σώματα στην Ολυμπιάδα και στις Μαύρες Πέτρες φιλοξενούνται σε μαρμάρινους ορίζοντες που ανήκουν στη λιθοστρωματογραφική σειρά Κερδυλλίων (Σχήμα 2).
«Συγκεκριμένα, μεταλλοφόρα υδροθερμικά διαλύματα, που κινούνται σε βαθιά σχεδόν κατακόρυφα ρήγματα, αποθέτουν πλούσιες κοιτασματολογικές συγκεντρώσεις, κάθε φορά που τα ρήγματα διασχίζουν και διαπερνούν μαρμάρινους ορίζοντες. Πιο συγκεκριμένα, τα μεταλλοφόρα υδροθερμικά διαλύματα αντικαθιστούν και παίρνουν πλήρως τη θέση των μαρμάρων στην επαφή τους με υπερκείμενους γνευσίους, διαδικασία που εννοιολογικά αναφέρεται συχνά σαν μετασωμάτωση, σχηματίζοντας έτσι στρωματέγκλειστα μεταλλοφόρα σώματα, που είναι διεθνώς γνωστά σαν mantos (Σχήμα 3).
«Το κοίτασμα της Ολυμπιάδας σχηματίσθηκε πριν από 16-28 εκ. χρόνια περίπου, συνδέεται, δηλαδή, με την ίδιας γεωλογικής ηλικίας μαγματική δραστηριότητα και των συνοδών με αυτήν υδροθερμικών διαλυμάτων, που έδρασαν στην περιοχή την περίοδο Άνω Ολιγοκαίνου-Κάτω Μειοκαίνου. Ο μηχανισμός απόθεσης και η θέση εντοπισμού των μεταλλοφόρων σωμάτων τύπου manto ελέγχεται και ευνοείται από τη γεωτεκτονική παρουσία ρηγμάτων και ανθρακικών πετρωμάτων, στην περίπτωση αυτή των μαρμάρων, στο κρυσταλλικό υπόβαθρο της σειράς Κερδυλλίων.
«Στην Ολυμπιάδα, οι μεταλλοφόρες ρηξιγενείς δομές είναι ΒΒA διεύθυνσης και εκτείνονται σε ένα μήκος 1500 μέτρων, σε ένα βάθος 300 περίπου μέτρων και σε ένα μέσο εύρος 12 μέτρων. Τα μεταλλοφόρα σώματα είναι, όπως προαναφέρθηκε, στρωματέγκλειστα, με σχετικά σαφή όρια και ελέγχονται στρωματογραφικά από την επαφή των οριζόντων μαρμάρων με γνευσίους. Η θειούχος μεταλλοφορία αποτελείται από ορυκτά σιδηροπυρίτη, αρσενοπυρίτη, σφαλερίτη, γαληνίτη, τετραεδρίτη, τεναντίτη, βουλανζερίτη και χαλκοπυρίτη. Ο χρυσός περιέχεται αποκλειστικά στον αρσενοπυρίτη και σιδηροπυρίτη.
«Στο τρισδιάστατο γεωλογικό μοντέλο του κοιτάσματος Ολυμπιάδας είναι χαρακτηριστικός ο ρηξιγενής και στρωματογραφικός έλεγχος των μεταλλοφόρων σωμάτων, που αναπτύσσονται γεωμετρικά σε βάρος των οριζόντων μαρμάρου. Στο ίδιο μοντέλο, προτείνεται η σε βάθος προέκταση της μεταλλοφορίας, γεγονός που τεκμηριώνει την εκτέλεση κοιτασματολογικής έρευνας, σε βαθύτερα τμήματα του υπεδάφους...».
Η κεντρική υπόθεση εργασίας είναι ότι τα υδροθερμικά ρευστά, που μεταφέρουν τα μέταλλα, κινούνται κατά μήκος μεγάλων ρηγμάτων. Αποθέσεις σχετικών μεταλλικών ορυκτών (τύπου «manto», είτε σκαρν) δημιουργούνται όπου αυτά τα μεταλλοφόρα ρευστά συναντούν ανθρακικά πετρώματα (π.χ., μάρμαρο), τα οποία αντικαθιστούν με αποτέλεσμα τον «εν δυνάμει» σχηματισμό, συχνά πολυμεταλλικών, κοιτασμάτων (Σχήμα 4). Κυρίαρχος στόχος λοιπόν είναι οι διασταυρώσεις μεταλλοφόρων ρηγμάτων-ανθρακικών σχηματισμών που αποτελούν οδηγό της κοιτασματολογικής έρευνας για τον εντοπισμό μεταλλοφοριών του ίδιου τύπου.
Μεταξύ του Στρατωνίου και της Ολυμπιάδας, η περιοχή Βίνας αποτελεί βασικό κοιτασματολογικό στόχο. Η χαρτογράφηση μεταλλοφόρων ρηγμάτων με επιθερμικές παραγενέσεις χαλαζία-πυρίτη χαρακτηρίζει προγενέστερη δραστηριότητα υδροθερμικού συστήματος. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτά τα ρήγματα τέμνουν σε βάθος ανθρακικούς σχηματισμούς, με δυνατότητα δημιουργίας «κρυφών» κοιτασμάτων ανθρακικής αντικατάστασης ή σκαρν.
Η Βίνα, ανάμεσα σε δύο γνωστά κοιτάσματα και ενεργά μεταλλεία, είναι ένα κλασικό παράδειγμα περιοχής έρευνας όπου η προοπτική εντοπισμού κοιτασμάτων ανθρακικής αντικατάστασης αποτελεί υψηλής προτεραιότητας δυναμικό στόχο. Η χαρτογράφηση φλεβών χαλαζία-σιδηροπυρίτη σε μεταλλοφόρες ρηξιγενείς ζώνες και η στρωματογραφική παρουσία οριζόντων ανθρακικών πετρωμάτων αποτελούν οδηγό της κοιτασματολογικής έρευνας που προτείνεται.
Έγκυρη ενημέρωση για την αξιακή αλυσίδα των raw materials