Η πρόσφατη ανακοίνωση της Ελληνικός Χρυσός για τον εντοπισμό νέων κοιτασμάτων στην περιοχή των μεταλλείων Ολυμπιάδας και Στρατωνίου επιβεβαιώνει δύο βασικά στοιχεία. Από την μία την υψηλή κατάρτιση της ομάδας που επίσταται της κοιτασματολογικής έρευνας, και από την άλλη ότι ένα σημαντικό μέρος του κοιτασματολογικού δυναμικού της ευρύτερης περιοχής παραμένει ανεξερεύνητο. Ο Δρ. Νικόλαος Αρβανιτίδης, Οικονομικός Γεωλόγος, εξηγεί πως η εφαρμογή του μεταλλογενετικού πρότυπου ανθρακικής αντικατάστασης μπορεί να αξιοποιηθεί στην περιοχή της Βίνας, ανάμεσα σε δύο γνωστά κοιτάσματα και ενεργά μεταλλεία, με προοπτική εντοπισμού κοιτασμάτων.
Στο βιβλίο «Χαλκιδική, φτιαγμένη από Γη και Θάλασσα» γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα Μεταλλεία Κασσάνδρας, και ειδικότερα σε μια απλοποιημένη προσέγγιση της γεωλογίας των κοιτασμάτων Ολυμπιάδας και Στρατωνίου, με έμφαση στο μεταλλογενετικό μοντέλλο σχηματισμού τους που αποτελεί και την βάση της στρατηγικής της κοιτασματολογικής έρευνας που εφαρμόζεται. Συγκριμένα αναφέρεται:
«...Τα αρχαία μεταλλευτικά έργα και η μεταλλογενετική προσέγγιση και μοντελοποίηση, στη βάση γεωλογικής ερμηνείας συγκεκριμένων μεταλλοφόρων εμφανίσεων, στήριξαν σε μεγάλο βαθμό τη μεθοδολογία κοιτασματολογικής έρευνας, στο πλαίσιο εντοπισμού νέων δυναμικών στόχων, στην ευρύτερη περιοχή του μεταλλείου Ολυμπιάδας. Ανήκει στις ικανότητες του οικονομικού γεωλόγου και κοιτασματολόγου να αξιοποιεί δημιουργικά την υπάρχουσα πληροφόρηση και τα δεδομένα, όπως επίσης να συλλέγει στοιχεία και χαρακτηριστικά στη βάση παρατηρήσεων και αναλύσεων, που δεν έτυχαν απαραίτητης προσοχής και ανάλογου ενδιαφέροντος στο παρελθόν και τα οποία μπορούν να συμβάλλουν θετικά στην ανάδειξη νέων μεταλλοφόρων συγκεντρώσεων και πρόσθετων αποθεμάτων.
«Η σύνθετη αξιοποίηση του συνόλου των γεωεπιστημονικών δεδομένων, μέσα από παραστάσεις ολοκληρωμένων μεταλλογενετικών μοντέλλων, συμβάλλει στην καλύτερη ερμηνευτική προσέγγιση για τον τρόπο σχηματισμού των κοιτασμάτων και στην εφαρμογή βέλτιστων πρακτικών κοιτασματολογικής έρευνας για τον εντοπισμό τους. Η κοιτασματολογική έρευνα, που πραγματοποιήθηκε στην Β.Α. Χαλκιδική, είχε σαν αποτέλεσμα τον χαρακτηρισμό δύο βασικών κοιτασματολογικών τύπων, συγκεκριμένα, (i) συμπαγή θειούχα πολυμεταλλικά μετασωματικά στρωματέγκλειστα κοιτάσματα, τύπου manto, που απαντώνται στις περιοχές Ολυμπιάδας, Μαντέμ Λάκκου και Μαύρων Πετρών, και (ii) κοιτάσματα χαλκού-χρυσού πορφυρικού τύπου που βρίσκονται στις Σκουριές (Σχήμα 1). Τα πολυμεταλλικά (μόλυβδος, ψευδάργυρος, άργυρος, χρυσός) θειούχα μεταλλοφόρα σώματα στην Ολυμπιάδα και στις Μαύρες Πέτρες φιλοξενούνται σε μαρμάρινους ορίζοντες που ανήκουν στη λιθοστρωματογραφική σειρά Κερδυλλίων (Σχήμα 2).
«Συγκεκριμένα, μεταλλοφόρα υδροθερμικά διαλύματα, που κινούνται σε βαθιά σχεδόν κατακόρυφα ρήγματα, αποθέτουν πλούσιες κοιτασματολογικές συγκεντρώσεις, κάθε φορά που τα ρήγματα διασχίζουν και διαπερνούν μαρμάρινους ορίζοντες. Πιο συγκεκριμένα, τα μεταλλοφόρα υδροθερμικά διαλύματα αντικαθιστούν και παίρνουν πλήρως τη θέση των μαρμάρων στην επαφή τους με υπερκείμενους γνευσίους, διαδικασία που εννοιολογικά αναφέρεται συχνά σαν μετασωμάτωση, σχηματίζοντας έτσι στρωματέγκλειστα μεταλλοφόρα σώματα, που είναι διεθνώς γνωστά σαν mantos (Σχήμα 3).
«Το κοίτασμα της Ολυμπιάδας σχηματίσθηκε πριν από 16-28 εκ. χρόνια περίπου, συνδέεται, δηλαδή, με την ίδιας γεωλογικής ηλικίας μαγματική δραστηριότητα και των συνοδών με αυτήν υδροθερμικών διαλυμάτων, που έδρασαν στην περιοχή την περίοδο Άνω Ολιγοκαίνου-Κάτω Μειοκαίνου. Ο μηχανισμός απόθεσης και η θέση εντοπισμού των μεταλλοφόρων σωμάτων τύπου manto ελέγχεται και ευνοείται από τη γεωτεκτονική παρουσία ρηγμάτων και ανθρακικών πετρωμάτων, στην περίπτωση αυτή των μαρμάρων, στο κρυσταλλικό υπόβαθρο της σειράς Κερδυλλίων.
«Στην Ολυμπιάδα, οι μεταλλοφόρες ρηξιγενείς δομές είναι ΒΒA διεύθυνσης και εκτείνονται σε ένα μήκος 1500 μέτρων, σε ένα βάθος 300 περίπου μέτρων και σε ένα μέσο εύρος 12 μέτρων. Τα μεταλλοφόρα σώματα είναι, όπως προαναφέρθηκε, στρωματέγκλειστα, με σχετικά σαφή όρια και ελέγχονται στρωματογραφικά από την επαφή των οριζόντων μαρμάρων με γνευσίους. Η θειούχος μεταλλοφορία αποτελείται από ορυκτά σιδηροπυρίτη, αρσενοπυρίτη, σφαλερίτη, γαληνίτη, τετραεδρίτη, τεναντίτη, βουλανζερίτη και χαλκοπυρίτη. Ο χρυσός περιέχεται αποκλειστικά στον αρσενοπυρίτη και σιδηροπυρίτη.
«Στο τρισδιάστατο γεωλογικό μοντέλο του κοιτάσματος Ολυμπιάδας είναι χαρακτηριστικός ο ρηξιγενής και στρωματογραφικός έλεγχος των μεταλλοφόρων σωμάτων, που αναπτύσσονται γεωμετρικά σε βάρος των οριζόντων μαρμάρου. Στο ίδιο μοντέλο, προτείνεται η σε βάθος προέκταση της μεταλλοφορίας, γεγονός που τεκμηριώνει την εκτέλεση κοιτασματολογικής έρευνας, σε βαθύτερα τμήματα του υπεδάφους...».
Σχήμα 1: Σχηματικό μοντέλο που αναφέρεται στη μεταλλογενετική διασύνδεση πορφυρικής, επιθερμικής και μετασωματικής (ανθρακικής αντικατάστασης) μεταλλοφορίας, δίνοντας σχετικά παραδείγματα ελληνικών κοιτασμάτων
Σχήμα 2: Γεωλογικός χάρτης της Χαλκιδικής, όπου διακρίνονται τα μεταλλευτικά κέντρα Ολυμπιάδας και το Στρατωνίου
Σχήμα 3: Βορειοανατολική γεωλογική τομή από το χαλκούχο πορφυρικό κοίτασμα στις Σκουριές, στο πολυμεταλλικό, τύπου manto στην Ολυμπιάδα. Μεταλλοφορίες τύπου manto χαρακτηρίζονται τα συμπαγή θειούχα μεταλλεύματα που προήλθαν από στρωματέγκλειστη αντικατάσταση ανθρακικών πετρωμάτων
Το βασικό γεωλογικό μοντέλο: Διασταυρώσεις ρηγμάτων και ανθρακικών σχηματισμών
Η κεντρική υπόθεση εργασίας είναι ότι τα υδροθερμικά ρευστά, που μεταφέρουν τα μέταλλα, κινούνται κατά μήκος μεγάλων ρηγμάτων. Αποθέσεις σχετικών μεταλλικών ορυκτών (τύπου «manto», είτε σκαρν) δημιουργούνται όπου αυτά τα μεταλλοφόρα ρευστά συναντούν ανθρακικά πετρώματα (π.χ., μάρμαρο), τα οποία αντικαθιστούν με αποτέλεσμα τον «εν δυνάμει» σχηματισμό, συχνά πολυμεταλλικών, κοιτασμάτων (Σχήμα 4). Κυρίαρχος στόχος λοιπόν είναι οι διασταυρώσεις μεταλλοφόρων ρηγμάτων-ανθρακικών σχηματισμών που αποτελούν οδηγό της κοιτασματολογικής έρευνας για τον εντοπισμό μεταλλοφοριών του ίδιου τύπου.
Κριτήρια προσδιορισμού κοιτασματολογικών στόχων
Προτεινόμενη ερευνητική στρατηγική
- Χρήση τρισδιάστατου γεωλογικού μοντέλου για την ενσωμάτωση γεωτρήσεων, υπόγειων χαρτογραφήσεων και γεωφυσικών δεδομένων, με στόχο την χαρτογράφηση και το χαρακτηρισμό των ρηγμάτων, και της γεωμετρίας των ανθρακικών στρωμάτων.
- Εφαρμογή γεωφυσικών μεθόδων/διασκοπίσεων εδάφους για ανίχνευση αβαθών θειούχων μεταλλοφόρων σωμάτων και τη χαρτογράφηση ζωνών διάσπαρτης θειούχου μεταλλοφορίας. Παράλληλη συστηματική γεωχημική δειγματοληψία για στοιχεία-δείκτες.
- Προτεραιότητα σε προσανατολισμένες/εστιασμένες γεωτρήσεις από τις στοές των μεταλλείων. Η «χαρτογράφηση» των πυρήνων πρέπει να τεκμηριώνει λεπτομερώς τη λιθολογία, τα δομικά χαρακτηριστικά και την ορυκτολογική σύσταση.
Σχήμα 4: Στρωματέγκλειστη συμπαγής θειούχος μεταλλοφορία ανθρακικής αντικατάστασης τύπου manto στην Ολυμπιάδα
Κοιτασματολογική έρευνα στην περιοχή Βίνας
Μεταξύ του Στρατωνίου και της Ολυμπιάδας, η περιοχή Βίνας αποτελεί βασικό κοιτασματολογικό στόχο. Η χαρτογράφηση μεταλλοφόρων ρηγμάτων με επιθερμικές παραγενέσεις χαλαζία-πυρίτη χαρακτηρίζει προγενέστερη δραστηριότητα υδροθερμικού συστήματος. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτά τα ρήγματα τέμνουν σε βάθος ανθρακικούς σχηματισμούς, με δυνατότητα δημιουργίας «κρυφών» κοιτασμάτων ανθρακικής αντικατάστασης ή σκαρν.
Σχήμα 5: Γεωλογικός χάρτης που αποτυπώνει τις κύριες μεταλλευτικές περιοχές Στρατωνίου και Ολυμπιάδας, και σκιαγραφεί την μεταλλογενετική δυναμική της περιοχής Βίνας, ως προς την προοπτική εντοπισμού κοιτασμάτων ανθρακικής αντικατάστασης
Ενδεικτική μεθοδολογική προσέγγιση
- Κρίσιμο βήμα αποτελεί η δημιουργία ολοκληρωμένου 3D μοντέλου της γεωλογίας της περιοχής. Απαιτεί την ακριβή ψηφιοποίηση των χαρτογραφημένων ρηγμάτων, τη τεκτονική ανάλυση τους και την προβολή της πιθανής γεωμετρίας των ανθρακικών στρωμάτων στο βάθος, με βάση όλα τα υπάρχοντα δεδομένα.
- Προτεραιότητα είναι η εκτέλεση γεωφυσικών διασκοπίσεων εδάφους που είναι η ενδεδειγμένη έρευνα για την ανίχνευση και εντοπισμό συμπαγών θειούχων σωμάτων στο υπέδαφος.
- Οι πρώτες γεωτρήσεις πρέπει να είναι βαθιές και στρατηγικά τοποθετημένες, με σκοπό να διασχίσουν πρώτα το προβαλλόμενο ρήγμα και στη συνέχεια να φθάσουν στο στόχο, που είναι το στρωματογραφικό επίπεδο όπου εκτιμάται ότι το μεταλλοφόρο ρήγμα τέμνει κάποιο ανθρακικό σχηματισμό.
Δυνητικοί κίνδυνοι
- Απουσία ανθρακικών στρωμάτων στο βάθος
- Αποδυνάμωση ή εκτόνωση σε βαθύτερα τμήματα του υπεδάφους των ρηγμάτων που χαρτογραφούνται επιφανειακά
- Το μεταλλογενετικό σύστημα στερείται κοιτασματολογικής δυναμικής.
Άμεσες πρακτικές δράσεις για τη Βίνα
- Συγκέντρωση και GIS οργάνωση δεδομένων όλων των υπαρχόντων χαρτών, γεωτρήσεων, τυχόν εκθέσεων και γεωφυσικών στοιχείων της περιοχής
- Προγραμματισμός και έναρξη εκτέλεσης διασκοπίσεων στη βάση λεπτομερούς γεωφυσικής έρευνας, σε τομές κάθετες στις ρηξιγενείς ζώνες, με στόχο την γεωλογική και κοιτασματολογική ερμηνεία των όποιων ανωμαλιών καταγράφονται
- Τρισδιάστατη μοντελοποίηση και επιλογή συγκεκριμένων γεωτρήσεων με στόχο το σημείο όπου το μεγαλύτερο/συνεχές ρήγμα τέμνει τυχόν ανθρακικούς ορίζοντες.
Η Βίνα, ανάμεσα σε δύο γνωστά κοιτάσματα και ενεργά μεταλλεία, είναι ένα κλασικό παράδειγμα περιοχής έρευνας όπου η προοπτική εντοπισμού κοιτασμάτων ανθρακικής αντικατάστασης αποτελεί υψηλής προτεραιότητας δυναμικό στόχο. Η χαρτογράφηση φλεβών χαλαζία-σιδηροπυρίτη σε μεταλλοφόρες ρηξιγενείς ζώνες και η στρωματογραφική παρουσία οριζόντων ανθρακικών πετρωμάτων αποτελούν οδηγό της κοιτασματολογικής έρευνας που προτείνεται.















