Οι περιορισμοί πρόσβασης και παραγωγικής αξιοποίησης εξορυκτικών στόχων ΚΟΠΥ και ΟΠΥ έχουν επηρεάσει τις επενδυτικές επιλογές κοιτασματολογικής έρευνας ως προς την προτεραιότητα που θέτουν σε σχέση με την υλοποίηση τους σε εγκαταλελειμμένες/ιστορικές περιοχές (brownfields) ή σε νέες, ανεξερεύνητες περιοχές (greenfields). Ο Δρ. Νικόλαος Αρβανιτίδης, Οικονομικός Γεωλόγος, Πρόεδρος Επιτροπής ΟΠΥ του Συλλόγου Ελλήνων Γεωλόγων, εξηγεί τις προκλήσεις και τους περιορισμούς που αντιμετωπίζει η ΕΕ για την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ της ανάγκης της για ΚΟΠΥ και της δέσμευσης της για την περιβαλλοντική προστασία και τη διατήρηση της βιοποικιλότητας.
Tο τελευταίο διάστημα έχουν υπάρξει κάποιες εξελίξεις αλλά και διαφοροποιήσεις σχετικά με τις κρίσιμες ορυκτές πρώτες ύλες (ΚΟΠΥ). Συγκεκριμένα, στην κατηγορία τους έρχονται πλέον να ενταχθούν και οι ορυκτές πρώτες ύλες χαλκού και νικελίου, που ενώ δεν προκύπτουν από τους δείκτες που προσδιορίζουν και καθορίζουν την κρισιμότητα, θεωρούνται ΚΟΠΥ, επειδή είναι στρατηγικές, όπως αναφέρεται στην σχετική σελίδα της ΕΕ «Copper and nickel do not meet the CRM thresholds but are included on the CRM list as strategic raw materials in line with the Critical Raw Materials Act» [1].
Ένα άλλο θέμα που έχει περάσει σε άλλο επίπεδο είναι η Πράξη ΚΟΠΥ όπως αρχικά ανακοινώθηκε, μετά την έγκριση της από το Ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, έχει πλέον γίνει ΚΑνονισμός ΚΟΠΥ (ΚΑΚΟΠΥ). Όπως αναφέρει η ΕΕ «The Critical Raw Materials Act (CRMA), enacted as EU Regulation 2024/1252 [2], aiming to guarantee the EU's supply of Critical Raw Materials (CRMs)». Συνεπώς από εδώ και πέρα θα γίνεται αποκλειστικά λόγος για ΚΟΠΥ (συμπεριλαμβανομένων των στρατηγικών ΟΠΥ χαλκού και νικελίου) και ΚΑΚΟΠΥ.
Δυναμικά κοιτάσματα ΚΟΠΥ και προστατευόμενες περιοχές
Σύμφωνα με το έργο CIRAN, Horizon Europe [3], στην αρχική σύνταξη του οποίου συμμετείχα και συνέβαλα προσωπικά, καθώς και με βάση άλλες πρόσφατες μελέτες [4], το 85% περίπου των γνωστών κοιτασμάτων ΚΟΠΥ στην ΕΕ εντοπίζονται εντός ή σε ακτίνα έως πέντε χιλιομέτρων από περιβαλλοντικά προστατευόμενες περιοχές. Αυτή η επικάλυψη είναι ιδιαίτερα προβληματική δεδομένων των στόχων της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα, οι οποίοι στοχεύουν να προστατεύουν το 30% των χερσαίων και θαλάσσιων περιοχών της ΕΕ μέχρι το 2030. Τον Δεκέμβριο του 2022, οι προστατευόμενες περιοχές κάλυπταν το 26,1% της χερσαίας επικράτειας της ΕΕ.
Ο ΚΑΚΟΠΥ που όπως προαναφέρθηκε ψηφίστηκε το 2024, θέτει φιλόδοξους στόχους όπως ο στόχος η ΕΕ να προμηθεύεται το 10% των ΚΑΚΟΠΥ της από εγχώρια εξόρυξη, το 40% από ενδοευρωπαϊκή επεξεργασία και το 25% από ανακύκλωση μέχρι το 2030. Ωστόσο, η υψηλή επικάλυψη μεταξύ των κοιτασμάτων ΚΟΠΥ και των προστατευόμενων περιοχών αποτελεί ένα μεγάλο εμπόδιο για την επίτευξη αυτών των στόχων. Για τον λόγο αυτό, ο ΚΑΚΟΠΥ προβλέπει την υλοποίηση στρατηγικών έργων που θα λαμβάνουν επιταχυμένες αδειοδοτήσεις, συμπεριλαμβανομένων των μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
Η εξέλιξη αυτή συχνά οδηγεί σε συγκρούσεις μεταξύ των κοιτασματολογικών έργων και της περιβαλλοντικής προστασίας. Τα έργα εντός ή κοντά σε προστατευόμενες περιοχές αντιμετωπίζουν σημαντική δημόσια αντιπαράθεση λόγω ενδεχόμενων κινδύνων που μπορεί να προκύψουν στα οικοσυστήματα με αποτέλεσμα την απώλεια βιοποικιλότητας. Η κοινωνική άδεια λειτουργίας (social license to operate) είναι στην περίπτωση αυτή ένα κρίσιμο ζήτημα. Οι τοπικές κοινότητες αντιστέκονται συχνά στα έργα εξόρυξης λόγω ανησυχιών σχετικά με τη ορθότητα και βιωσιμότητα των διαδικασιών, την εμπιστοσύνη στα αρμόδια θεσμικά όργανα και το χάσμα μεταξύ της παγκόσμιας κατανάλωσης ορυκτών πρώτων υλών (ΟΠΥ) και των τοπικών περιβαλλοντικών συνεπειών.
Τα κοιτασματολογικά έργα ΚΟΠΥ καλούνται έτσι να αναζητήσουν και να εφαρμόσουν πιθανές λύσεις και στρατηγικές περιορισμού των επιπτώσεων, όπως είναι:
- Τεχνολογικές καινοτομίες που αφορούν στην ανάπτυξη τεχνολογιών «αόρατης εξόρυξης» (invisible mining), όπως η ρομποτική και οι μέθοδοι εξόρυξης χαμηλών επιπτώσεων, οι οποίες θα μπορούσαν να μειώσουν το περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
- Ενίσχυση των πρακτικών κυκλικής οικονομίας και των τεχνολογιών ανακύκλωσης, καθώς και η ανάκτηση ΚΟΠΥ από τα απόβλητα.
- Συμμετοχική διακυβέρνηση στο πλαίσιο μετάβασης από την απλή διαβούλευση σε συμμετοχικά μοντέλα διακυβέρνησης, όπως είναι για παράδειγμα οι Συμφωνίες Κοινοτικής Ανάπτυξης (Community Development Agreements) που μπορούν να βοηθήσουν στην απόκτηση κοινωνικής αποδοχής.
Η ΕΕ καλείται να αντιμετωπίσει το δίλημμα επίτευξης ισορροπίας μεταξύ της ανάγκης της για ΚΟΠΥ, που θα υποστηρίξουν τις πράσινες και ψηφιακές μεταβάσεις, και της δέσμευσης της για την περιβαλλοντική προστασία και τη διατήρηση της βιοποικιλότητας. Σε σχέση με αυτό, η πραγματοποίηση των στόχων του ΚΑΚΟΠΥ θα απαιτήσει καινοτόμες προσεγγίσεις. Ωστόσο, χωρίς σημαντικές προσπάθειες για την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών και κοινωνικών ανησυχιών, η ΕΕ μπορεί να δυσκολευτεί να επιτύχει τους στόχους της.
Η επιτυχία του ΚΑΚΟΠΥ θα εξαρτηθεί από την ικανότητα της ΕΕ να συνδυάσει τις στρατηγικές ανάγκες με τις δημοκρατικές αξίες, διασφαλίζοντας ότι η εξόρυξη ορυκτών δεν γίνεται σε βάρος της περιβαλλοντικής ακεραιότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Αυτή η προσέγγιση υπογραμμίζει την πολύπλοκη ισορροπία που απαιτείται για την διασφάλιση κοιτασματολογικής πρόσβασης και αξιοποίησης των ΚΟΠΥ, διατηρώντας παράλληλα τη φυσική κληρονομιά της Ευρώπης.
Στρατηγικές προκλήσεις και επιλογές της κοιτασματολογικής έρευνας
Οι χωρικοί περιβαλλοντικά περιορισμοί πρόσβασης και παραγωγικής αξιοποίησης εξορυκτικών στόχων ΚΟΠΥ, αλλά γενικότερα και άλλων ΟΠΥ, έχουν επηρεάσει τις επενδυτικές επιλογές κοιτασματολογικής έρευνας ως προς την προτεραιότητα που θέτουν σε σχέση με την υλοποίηση τους σε εγκαταλελειμμένες/ιστορικές/παλιές περιοχές (brownfields) ή σε νέες, ανεξερεύνητες περιοχές (greenfields). Συγκεκριμένα:
- Brownfield exploration: Περιοχές όπου έχουν υπάρξει προγενέστερη εξορυκτική ή/και ερευνητική δραστηριότητα (Εικόνα 1-2) και σχετικές υποδομές, και όπου υπάρχουν διαθέσιμα κοιτασματολογικά δεδομένα, δείγματα, αναλύσεις, και γεωλογικές, γεωσχημικές και γεωφυσικές χαρτογραφήσεις. Αυτό μειώνει τον κίνδυνο ως προς την προοπτική θετικού αποτελέσματος και περιορίζει τις σχετικές δαπάνες. Το κόστος είναι σχετικά χαμηλότερο (π.χ. 1 μονάδα κόστους μπορεί να αντιστοιχεί σε 2–3 μονάδες κόστους σε greenfield).
- Greenfield exploration: Πρόκειται για εντελώς νέες ανεξερεύνητες περιοχές χωρίς προηγούμενη εξορυκτική/μεταλλευτική ιστορία. Απαιτείται εκτεταμένη γεωλογική χαρτογράφηση, γεωφυσικές και γεωχημικές έρευνες, γεωτρήσεις από το μηδέν. Το ρίσκο είναι πολύ υψηλότερο, άρα και οι δαπάνες μεγαλύτερες. Συχνά το κόστος είναι πολλαπλάσιο (2 έως και 5 φορές περισσότερο σε σχέση με brownfields). Για παράδειγμα στην περίπτωση κοιτασματολογικής έρευνας ΟΠΥ χρυσού το κόστος στις νέες περιοχές είναι περίπου 3 δολάρια ανά ουγκιά χρυσού, ενώ στις ιστορικές περιοχές είναι 1 δολάριο ανά ουγκιά. Επίσης, οι greenfields έχουν πολύ χαμηλότερο ποσοστό επιτυχίας (συνήθως ~0,5–1%) σε σχέση με τις brownfields (~5%).
![Εικόνα 1: Κοιτασματολόγοι από τα ινστιτούτα γεωλογικής έρευνας ευρωπαϊκών χωρών συζητούν την προοπτική εντοπισμού νέων κοιτασμάτων σε περιοχή όπου ιστορικά έχει υπάρξει εξορυκτική δραστηριότητα (brownfields) [5] Αρβανιτίδης greenfields brownfields](/images/2025/09/17/na_greenfileds1a.jpg)
Εικόνα 1: Κοιτασματολόγοι από τα ινστιτούτα γεωλογικής έρευνας ευρωπαϊκών χωρών συζητούν την προοπτική εντοπισμού νέων κοιτασμάτων σε περιοχή όπου ιστορικά έχει υπάρξει εξορυκτική δραστηριότητα (brownfields) [5]

Εικόνα 2: Σιδηρομαγγανιούχες ζώνες οξείδωσης στην επιφάνεια του ρήγματος Στρατωνίου-Βαρβάρας που αποτέλεσαν οδηγό για τον εντοπισμό πολυμεταλλικών θειούχων κοιτασμάτων σε βαθύτερα τμήματα του
Ανάλυση αναλογικής σχέσης
Στον Πίνακα 1 αναλύεται κατά προσέγγιση το αναλογικό κόστος που αντιστοιχεί σε βασικά επιμέρους στάδια/κατηγορίες έργων κοιτασματολογικής έρευνας που μαζί συνιστούν και επιβαρύνουν τον συνολικό προϋπολογισμό προϋπολογισμό της. Αυτό αποτελεί σημείο αναφοράς και βάση γύρω από την συζήτηση που ακολουθεί σχετικά με τον χαρακτήρα των έργων που υλοποιούνται για τον εντοπισμό κοιτασμάτων.

Πίνακας 1: Δαπάνες που περίπου αναλογούν σε βασικά στάδια/κατηγορίες κοιτασματολογικής έρευνας
Η αναλογική σχέση μεταξύ των εξόδων κοιτασματολογικής έρευνας σε ιστορικές ή/και υφιστάμενες εκμεταλλεύσεις (brownfields), και σε νέες περιοχές (greenfields) δείχνει μια σταθερή τάση όπου η σχετική έρευνα στις brownfields καταλαμβάνει σημαντικά μεγαλύτερο μερίδιο των συνολικών εξόδων σε σύγκριση με τις greenfields.
Συγκεκριμένα το 2023 στα συνολικά έξοδα των 4,27 δισ. δολαρίων κοιτασματολογικής έρευνας ΟΠΥ στον κόσμο, 2,94 δισ. δολάρια (περίπου 68,9% των συνολικών εξόδων) δαπανήθηκαν σε περιοχές brownfields και 1,33 δισ. δολάρια (περίπου 31,1% των συνολικών εξόδων) σε περιοχές greenfields. Αντίστοιχα το 2024, σε συνολικά έξοδα 4,2 δισ. δολάρια, τα 2,886 δισ. δολάρια (περίπου 68,7% των συνολικών εξόδων) δαπανήθηκαν σε κοιτασματολογική έρευνα brownfields και 1,313 δισ. δολάρια (περίπου 31,3% των συνολικών εξόδων) σε greenfields.
Προκύπτει λοιπόν ότι η κοιτασματολογική έρευνα σε brownfields καταλαμβάνει συνεχώς σχεδόν το διπλάσιο των εξόδων που διατίθενται για greenfields (Σχήμα 1). Αυτό συμβαίνει γιατί όπως προαναφέρθηκε, τα έργα greenfields συνεπάγονται μεγαλύτερη αβεβαιότητα, μεγαλύτερους χρονικούς ορίζοντες και υψηλότερο αρχικό κόστος (π.χ. ανάπτυξη υποδομών), γεγονός που αποθαρρύνει την υψηλότερη αναλογία επένδυσης.
Τρέχουσες τάσεις παρουσιάζουν ότι ενώ τα έξοδα brownfields παραμένουν κυρίαρχα, υπάρχουν ανησυχίες για τη στασιμότητα των επενδύσεων greenfields. Για παράδειγμα, τα έξοδα greenfields μειώθηκαν κατά πάνω από 50% σε μια πενταετή περίοδο από το 2020, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει τoν εντοπισμό νέων κοιτασμάτων ΟΠΥ/ΚΟΠΥ στο μέλλον. Ισχύει λοιπόν ότι η αναλογική σχέση μεταξύ των δαπανών κοιτασματολογικής έρευνας σε περιοχές brownfields και greenfields είναι περίπου 69:31 υπέρ των έργων brownfields. Αυτό αντανακλά την προτίμηση του κλάδου για επενδύσεις χαμηλού κινδύνου και κοστοαποδοτικές, σε περιοχές προγενέστερης εξορυκτικής δραστηριότητας και κοντά σε υφιστάμενες υποδομές.

Σχήμα 1: Εκτιμώμενη παγκόσμια κατανομή δαπανών κοιτασματολογικής έρευνας (Brownfields vs Greenfields)
Αντίστοιχα παραδείγματα ορισμένων «μεταλλευτικών» χωρών
Συνοψίζονται εδώ οι δαπάνες έργων κοιτασματολογικής έρευνας ΟΠΥ σε περιοχές brownfields και greenfields στη Φινλανδία, τη Σουηδία, την Αυστραλία και τον Καναδά.
Στην Αυστραλία τα συνολικά έξοδα το 2024 ήταν 3,95 δισ. δολάρια, 1,13 δισ. δολάρια (μείωση 16% από το 2023) σε νέες ανεξερεύνητες περιοχές (greenfields) και περίπου 2,82 δισ. δολάρια σε περιοχές προγενέστερης εξορυκτικής δραστηριότητας (brownfields). Διαπιστώνεται ότι η κοιτασματολογική έρευνα σε greenfields μειώθηκε σημαντικά (-16% ετησίως), ενώ τα έξοδα σε brownfields γνώρισαν μια μικρότερη πτώση (-3%). Η έρευνα για χρυσό αντιπροσώπευε το 30% των συνολικών εξόδων (1,2 δισ. δολάρια), αλλά ακόμα και αυτή είδε μείωση 4,5% από το 2023.
Στον Καναδά δεν παρέχονται συγκεκριμένα αναλογικά ποσά εξόδων για κοιτασματολογική έρευνα σε greenfields ή brownfields. Ωστόσο, καταγράφονται φορολογικές ελαφρύνσεις15% για ΟΠΥ και 30% για ΚΟΠΥ, με στόχο να κινήσουν το ενδιαφέρον για κοιτασματολογική έρευνα υψηλού κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων έργων greenfields.
Στη Σουηδία τα συνολικά έξοδα κοιτασματολογικής έρευνας για το 2023 ανέρχονται σε 1,975 δισ. SEK (περίπου 180 εκατ. δολάρια ΗΠΑ). Οι μεγάλες εταιρείες όπως η Boliden και η LKAB αντιπροσώπευαν 1,6 δισ. SEK αυτών των δαπανών. Δεν διακρίνονται ξεχωριστά τα έξοδα σε greenfields έναντι brownfields, αλλά σημειώνεται χαρακτηριστικά ότι τα έργα κοιτασματολογικής έρευνας εστιάζονται κυρίως σε στόχους δίπλα σε υπάρχοντα ορυχεία/μεταλλεία (brownfields) παρά σε greenfields περιοχές. Οι σχετικές δαπάνες έχουν αυξητική τάση από τα μέσα της δεκαετίας του 2010, αυξανόμενες από 400 εκατ. SEK το 2016. Ωστόσο, το μερίδιο της Σουηδίας στους παγκόσμιους προϋπολογισμούς κοιτασματολογικής έρευνας παραμένει κάτω από 1%.
Στη Φινλανδία, το 2023 δαπανήθηκαν γύρω στα 94 εκατ. ευρώ για κοιτασματολογική έρευνα αλλά δεν δίνονται συγκεκριμένα αναλογικά στοιχεία για τα έξοδα σε greenfields και brownfields στη Φινλανδία. Ωστόσο, η χώρα έχει προσελκύσει αυξανόμενες επενδύσεις την τελευταία δεκαετία, με μια αξιοσημείωτη έμφαση στον εντοπισμό νέων κοιτασμάτων σε περιοχές greenfields παρά σε brownfields. Για παράδειγμα το έργο Sakatti για χαλκό (μια greenfield πρωτοβουλία) αναδείχθηκε ως στρατηγικά σημαντικό, χωρίς προς το παρόν να παρέχονται συγκεκριμένα ποσά εξόδων.







