Η ευρωπαϊκή πράσινη συμφωνία διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό το τοπίο για την αυξημένη ανάγκη σε κρίσιμα ορυκτά και μέταλλα. Συγκεκριμένα περιλαμβάνει μια ολοκληρωμένη σειρά πρωτοβουλιών πολιτικής της Ε.Ε.. που αφορούν στην ενεργειακή μετάβαση, την κυκλική οικονομία, την αποτελεσματική και αποδοτική κοιτασματολογική αξιοποίηση.
Πρωταρχικός στόχος είναι να καταστεί η Ευρώπη κλιματικά ουδέτερη, κάτι στο οποίο προσβλέπει και η νέα βιομηχανική στρατηγική για την Ευρώπη, με ορίζοντα το 2050, στην βάση εφαρμογής πρακτικών κυκλικότητας και ενίσχυσης ολοκληρωμένων αξιακών αλυσίδων κρίσιμων ορυκτών πρώτων υλών, και όχι μόνο, ώστε να υπάρξει ανάπτυξη και χρήση τεχνολογιών (π.χ. μπαταρίες λιθίου, μαγνήτες νεοδυμίου) που καθιστούν δυνατή την παραγωγική λειτουργία στρατηγικών βιομηχανικών οικοσυστημάτων (π.χ. ηλεκτροκίνηση, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ψηφιακή οικονομία) (Σχήμα 1).
Έτσι, με την εφαρμογή της ευρωπαϊκής πράσινης συμφωνίας, δρομολογείται η αύξηση της μακροπρόθεσμης αυτάρκειας και ανθεκτικότητας της Ευρώπης σε ορυκτές πρώτες ύλες με στόχο την επίτευξη και καθιέρωση μιας κλιματικά ουδέτερης οικονομίας.
Σε κάθε περίπτωση η υλοποίηση της ευρωπαϊκής πράσινης συμφωνίας απαιτεί βιώσιμα κοιτασματολογικά αποθέματα ορυκτών πρώτων υλών, κάτι που αποτελεί ιδιαίτερα μεγάλη και σημαντική αναπτυξιακή πρόκληση, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι η Ε.Ε. συμμετέχει περίπου με 3% στην παγκόσμια παραγωγή ορυκτών πρώτων υλών, ενώ καταναλώνει γύρω στο 30% και ακόμη εξαρτάται κατά 75-100% από εισαγωγές.
Η αυξανόμενη ζήτηση και διάθεση ορυκτών πρώτων υλών γίνεται ιδιαίτερα επιτακτική λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλοί από τους στόχους της πράσινης συμφωνίας πρέπει να αντιμετωπιστούν και να επιτευχθούν έως το 2030, π.χ. μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 55%.
Ακόμη η Ε.Ε. εκτιμά ότι η διείσδυση των ηλεκτρικών αυτοκινήτων ανέρχεται σε 7-8 εκ. ετησίως, ενώ την ίδια στιγμή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε την απαγόρευση των νέων αυτοκινήτων με ορυκτά καύσιμα από το 2035 και μετά. Αυτό σημαίνει ότι στο διάστημα που μεσολαβεί θα χρειαστούν μεγάλες ποσότητες μαγγανίου, λιθίου, κοβαλτίου, σπάνιων γαιών, νικελίου και χαλκού, εάν οι κατασκευαστές αυτοκινήτων καταφέρουν να πετύχουν τους πολύ φιλόδοξους στόχους παραγωγής που έχουν. Για παράδειγμα σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, μόνο στην τριετία 2019-2021, ο αριθμός ηλεκτρικών αυτοκινήτων που κυκλοφορούν στον κόσμο, έχει τριπλασιαστεί (Σχήμα 2).
Από αυτή την άποψη, η ζήτηση λιθίου τείνει έντονα αυξανόμενη τους τελευταίους μήνες και αναμένεται να ανέβει υψηλότερα, καθώς τα προβλεπόμενα εργοστάσια μπαταριών ξεκινούν την παραγωγή τους μέσα στους επόμενους 12 έως 36 μήνες. Στην πραγματικότητα, το 2030 απέχει μόλις οκτώ χρόνια, την στιγμή μάλιστα που αυτός είναι περίπου και ο χρόνος που χρειάζεται για να τεθεί σε παραγωγή ένα νέο μεταλλείο/ορυχείο.
Το κεντρικό ερώτημα λοιπόν είναι από πού θα προέλθουν όλα αυτά τα ορυκτά μπαταριών που χρειάζονται; Γιατί είναι σίγουρο ότι οι ορυκτές πρώτες ύλες μπαταριών και μαγνητών δεν επαρκούν για να διασφαλίσουν την αυξανόμενη παραγωγή αιολικής ενέργειας και ηλεκτρικών αυτοκινήτων.
Είναι πλέον ευρύτερα διαπιστωμένο ότι η Ε.Ε., όπως και ο υπόλοιπος κόσμος, αντιμετωπίζει την αυξανόμενη ζήτηση για ορυκτές πρώτες ύλες που συνδέεται κυρίως με την ανοδικά εξελισσόμενη ψηφιακή επανάσταση, τις τεχνολογίες καινοτομίας στην ηλεκτροκίνηση, την τεχνητή νοημοσύνη και την μετάβαση σε ενεργειακές χρήσεις χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Αυτή η εξέλιξη καθιστά απαραίτητη την διαφοροποίηση υφιστάμενων ή τη δημιουργία νέων τεχνολογικών και βιομηχανικών αλυσίδων αξίας που στηρίζονται στις ορυκτές πρώτες ύλες, από το αρχικό στάδιο της κοιτασματολογικής έρευνας, και μέσω της καθετοποιημένης μεταλλευτικής αξιοποίησης στο τελικό στάδιο της τελικής χρήσης και βιομηχανικής παραγωγής.
Η ένταση στην οικονομία και στην κοινωνία, για τη διασφάλιση αποθεματικού κοιτασματολογικού δυναμικού ορυκτών πρώτων υλών ικανού να καλύψει τις διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες, θα συνεχίσει να παραμένει υψηλή, ιδιαίτερα στην περίπτωση των κρίσιμων ορυκτών πρώτων υλών, οι οποίες κατά 60% περίπου σχετίζονται με την επιχειρηματικότητα στις νέες τεχνολογίες και την καινοτομία. Οι ηλιακοί συσσωρευτές, οι ανεμογεννήτριες και οι μπαταρίες χρειάζονται πυρίτιο, κοβάλτιο, λίθιο και νικέλιο για να μετατρέψουν, να αποθηκεύσουν και να παράξουν ενέργεια.
Η πρόσβαση σε αυτά τα μέταλλα, τα λεγόμενα τεχνολογικά μέταλλα, είναι ζωτικής σημασίας για τη διαχείριση και την επιβράδυνση της κλιματικής αλλαγής. Για τις μπαταρίες ηλεκτρικών οχημάτων και την αποθήκευση ενέργειας, προβλέπεται ότι η Ε.Ε. θα είναι σε θέση να παράγει μόνο το 15% της εκτιμώμενης ζήτησης κοβαλτίου έως το 2030. Η ζήτηση για μέταλλα σπάνιων γαιών που χρησιμοποιούνται στους μόνιμους μαγνήτες ηλεκτρικών οχημάτων και ανεμογεννητριών, αλλά σε χρήσεις της ψηφιακής τεχνολογίας, αναμένεται να δεκαπλασιαστεί έως το 2050.
Μεταξύ των δέκα τεχνολογικών αλυσίδων αξίας που προσδιόρισε η Ε.Ε. (Σχήμα 1), ξεχωρίζουν οι μπαταρίες λιθίου και οι μαγνήτες νεοδυμίου, αφού είναι αυτές που καθιστούν δυνατή την παραγωγική αξιοποίηση της αιολικής και της ηλιακής ενέργειας, και ως εκ τούτου την εφαρμογή της ηλεκτροκίνησης. Για την κάλυψη των μελλοντικά αυξημένων ενεργειακών αναγκών μέσω ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, όπως οι ανεμογεννήτριες και τα φωτοβολταϊκά, η κατανάλωση των ορυκτών πρώτων υλών που απαιτούνται αναμένεται να αυξηθεί δραστικά τις επόμενες δεκαετίες.
Όπως σημειώθηκε, η βιομηχανία της Ε.Ε. εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές πολλών ορυκτών πρώτων υλών γεγονός που εγείρει ανησυχίες σχετικά με την επίτευξη των μελλοντικών στόχων ανάπτυξης για τεχνολογίες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Και αυτό δεν αφορά μόνο στις κρίσιμες αλλά γενικότερα σε ορυκτές πρώτες ύλες (Σχήμα 3) που υποστηρίζουν τις τεχνολογίες μπαταρίας και μαγνήτη, αλλά τα βιομηχανικά οικοσυστήματα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και ηλεκτροκίνησης (Πίνακας 1 και 2).


Μια άλλη τεχνολογική αλυσίδα αξίας που σε μεγάλο βαθμό χρησιμοποιεί ορυκτές πρώτες ύλες είναι αυτή που υποστηρίζει και καθιστά δυνατή την πραγματοποίηση της ψηφιακής οικονομίας και σχετικών βιομηχανικών οικοσυστημάτων (Σχήμα 4), όπως είναι οι εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης. Και στην περίπτωση, οι καινοτόμες λειτουργίες και δομές συμβάλλουν και αυτές με την σειρά τους στην αύξηση ζήτησης κρίσιμων και άλλων ορυκτών πρώτων υλών.
Η βιομηχανία της Ε.Ε. εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές για πολλές ορυκτές πρώτες ύλες και σε ορισμένες περιπτώσεις είναι πολύ ευάλωτη στην αλυσίδα εφοδιασμού τους. Η Κίνα και άλλες χώρες είναι οι κύριοι προμηθευτές των μετάλλων και των ορυκτών που καταναλώνονται σε διαρκώς αυξανόμενες ποσότητες για να καλύψουν τις δρομολογούμενες ανάγκες της ενεργειακής μετάβασης και της ψηφιακής επανάστασης.
Η πρόσβαση σε κρίσιμες ορυκτές ύλες γίνεται επομένως ολοένα και πιο σημαντική για όλους τους τομείς της ευρωπαϊκής οικονομίας. Αυτό οδήγησε την Επιτροπή στην απόφαση επικαιροποίησης της λίστας των κρίσιμων ορυκτών πρώτων υλών για την Ε.Ε. για τέταρτη φορά.
Σκοπός της νέας λίστας είναι να ενισχύσει και να αυξήσει μια ανοιχτή στρατηγική αυτονομία που θα αποτελέσει μακροπρόθεσμο πλεονέκτημα για την Ε.Ε., σε μια προοπτική εντατικότερης και αποτελεσματικότερης αξιοποίησης ενδοευρωπαϊκών κοιτασμάτων και πιο ανθεκτικού χειρισμού τυχόν μελλοντικών γεωπολιτικών αναταραχών και άλλων απροσδόκητων γεγονότων. Είναι φανερό ότι ορισμένες ορυκτές πρώτες ύλες, ειδικότερα οι κρίσιμες, τείνουν να συγκεντρώνονται και να πριορίζονται σε ορισμένες περιοχές, μερικές φορές μόνο σε μία χώρα. Για παράδειγμα, το 60% περίπου της παγκόσμιας παραγωγής κοβαλτίου προέρχεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (Σχήμα 5).
Όσον αφορά στην παγκόσμια κατανομή εξόρυξης ορυκτών σπάνιων γαιών, η Κίνα ελέγχει σχεδόν το 60%, το 85% και το 90% παραγωγής οξειδίων και μετάλλων σπανίων γαιών, αντιστοιχα, το 93% βιομηχανοποίησης μαγνητών νεοδυμίου (Σχήμα 6), ενώ την ίδια στιγμή καταναλώνει η ίδια της σχεδόν το 70% της παγκόσμιας παραγωγής σπανίων γαιών στην εγχώρια αγορά.
Βέβαια, η Κίνα κυριαρχεί και στην περίπτωση της αλυσίδας αξίας μπαταριών λιθίου (Σχήμα 7). Παράγει σήμερα περισσότερο από το 70% του παγκόσμιου παραγωγικού δυναμικού με προορισμό την βιομηχανία ηλεκτρικών αυτοκινήτων.
Στόχος της είναι η αυτόνομη παραγωγή ηλεκτρικών οχημάτων, έλεγχος της σχετικής αλυσίδας αξίας συνολικά, συμπεριλαμβανομένης της εξόρυξης και επεξεργασίας ορυκτών πρώτων υλών μπαταρίας, και τελικά διάθεσης μπαταριών λιθίου στις αγορές. Και αυτό συμβαίνει λαμβάνοντας την ίδια στοιγμή υπόψη ότι από 143 εργοστάσια μπαταριών λιθίου υπό κατασκευή παγκόσμια, στην Κίνα θα λειτουργήσουν 107 από αυτά, και μόλις 14 στην Ε.Ε. και 9 στις ΗΠΑ.
Παράλληλα με την επίδραση που έχει η γεωπολιτική διάσταση, ως προς την παγκόσμια κοιτασματολογική και παραγωγική κατανομή κρίσιμων και άλλων ορυκτών πρώτων υλών, άλλα μη αναμενόμενα συμβάντα, όπως η πανδημία COVID-19, επηρεάζουν τις αλυσίδες εφοδιασμού για την σταθερή και αξιόπιστη προμήθεια τους. Η πανδημία για παράδειγμα έχει αποσταθεροποιήσει την πρόσβαση κοβαλτίου, λιθίου και άλλων μετάλλων που είναι ζωτικής σημασίας για την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση.
Στο διάστημα, διάφορες μελέτες και εκτιμήσεις αναφέρονται, η μία μετά την άλλη, στις επιπτώσεις της υπό εξέλιξη Ρωσο-Ουκρανική κρίσης στην προσβασιμότητα και επάρκεια κρίσιμων και άλλων ορυκτών πρώτων υλών. Η Ε.Ε, είναι ο κύριος αποδέκτης των ρωσικών εξαγωγών ορυκτών και μετάλλων, με την αξία τους να ανέρχεται στο 52% αυτών που συνολικά εξάγονται. Συγκεκριμένα η αξία του εισαγώμενου χρυσού στην Ε.Ε. είναι 17 δισ. δολάρια, ενώ ακολουθούν τα πλατινοειδή, το νικέλιο, ο χαλκός, το αλουμίνιο και τα διαμάντια.
Συγκεκριμένα, η Ε.Ε. εισάγει το 36% παλλαδίου, το 40% νικελίου, το 85% βαναδίου και το 31% κάλιου που χρειάζεται και καταναλώνει (Σχήμα 8). Επίσης η Ε.Ε. αγοράζει περισσότερο από το 80% των ρωσικών εξαγωγών κοβαλτίου, καθώς και μεγάλες ποσότητες βηρυλλίου, βολφραμίου, πλατίνας και σπανίων γαιών (στοιχεία από RMG Consulting).
Συνολικά, η Ε.Ε. είναι μια πολύ σημαντική αγορά ρωσικών εξαγωγών μετάλλων και ορυκτών. Γενικότερα η Ρωσία είναι μια μεγάλη και σημαντική χώρα συμμετέχοντας στην παραγωγή αρκετών «ενεργειακών» ορυκτών πρώτων υλών, όπως με 8% νικελίου, 23% βαναδίου, 41% παλλαδίου, 5% κοβαλτίου, 4% χαλκού και 6% αλουμινίου (στοιχεία από RMG Consulting).
Από την Ουκρανία η Ε.Ε. εισάγει σίδηρο και μαγγάνιο, ενώ η χώρα παράγει επίσης τιτάνιο, γραφίτη, πυρίτιο, ζιρκόνιο και ουράνιο.
Η κυριαρχία της Κίνας και άλλων στην εξόρυξη αλλά και το αποθεματικό δυναμικό ορυκτών πρώτων υλών (Σχήμα 9) μπορεί να επηρεάσει σε αρκετά μεγάλο βαθμό την δυνατότητα ανάπτυξης και εφαρμογής των αλληλοεξαρτώμενων αλυσίδων αξίας μπαταριών λιθίου, μαγνητών νεοδυμίου και ηλεκτρικών αυτοκινήτων, και ως εκ τούτου της επίτευξης των στόχων της κλιματικής πολιτικής της Ε.Ε. και των συναφών θέσεων εργασίας.
Η Ε.Ε. πρέπει να διασφαλίσει βιώσιμη πρόσβαση σε ορυκτές πρώτες ύλες ώστε να γίνει λιγότερο εξαρτημένη από εισαγωγές. Είναι σημαντικό για την Ε.Ε. να ενισχύσει και να λειτουργήσει ολοκληρωμένες αλυσίδες αξίας ορυκτών πρώτων υλών μέσα από αποτελεσματική αποθεματική αξιοποίηση, ξεκινώντας από την γεωλογική έρευνα και εξόρυξη, μέχρι τον εμπλουτισμό και την μεταλλουργία ενδοευρωπαϊκών κοιτασματολογικών πηγών. Μάλιστα στην Ευρώπη υπάρχουν σήμερα οι σχετικές τεχνολογικές, νομικές και πολιτικές προϋποθέσεις και δεσμεύσεις ώστε η υλοποίηση της προοπτικής αυτής να γίνει με βιώσιμες, υπεύθυνες και αξιόπιστες μεθόδους.
Η Ευρώπη διαθέτει σημαντικά αποθέματα βεβαιωμένων και «εν δυνάμει» κοιτασμάτων κρίσιμων και άλλων ορυκτών πρών υλών (Σχήμα 10). Το γεωλογικό της υπόβαθρο χαρακτηρίζεται από μεταλλογενετικά συστήματα και μεταλλοφόρες περιοχές με υψηλό ερευνητικό ενδιαφέρον και δυνατότητες για τον εντοπισμό κοιτασμάτων κρίσιμων ορυκτών πρώτων υλών (Σχήμα 11), συμπεριλαμβανομένων και αυτών για τις μπαταρίες λιθίου και μαγνητών νεοδυμίου, αλλά και άλλων στρατηγικής σημασίας ορυκτών. Το πρόβλημα λοιπόν με την ανεπαρκή και ελλιπή εξόρυξη και παραγωγή ορυκτών πρώτων υλών δεν είναι γεωλογικό, ούτε μεταλλογενετικό.
Οι τεχνολογίες οικονομικής γεωλογικής έρευνας σε σχέση με κοιτάσματα ορυκτών κρίσιμων πρώτων υλών, πρέπει να αναπτυχθούν περαιτέρω προκειμένου να υπάρξουν αξιόπιστες τεχνικο-οικονομικές προσεγγίσεις, αλλά και σχετικές εκτιμήσεις για το δυναμικό εκμετάλλευσης. Φυσικά, αυτό πρέπει να επιταχυνθεί εν όψει του μεγάλου χρονικού διαστήματος (από την κοιτασματολογική έρευνα μέχρι την εξόρυξη χρειάζονται περίπου 15 χρόνια) που απαιτείται για την πλήρη λειτουργία μεταλλευτικής παραγωγής κρίσιμων και άλλων ορυκτών πρώτων υλών.
Συγκεκριμένα, υπάρχουν δυναμικά αποθέματα πηγματιτών που περιέχουν λιθιοφόρα ορυκτά που θα μπορούσαν να στηρίξουν την ανάπτυξη βιώσιμης εξόρυξης λιθίου στην Ε.Ε. και γιατί όχι, να ανταποκριθούν στις ανάγκες της ευρωπαϊκής βιομηχανίας μπαταριών. Προηγμένα έργα κοιτασματολογικής έρευνας λιθίου βρίσκονται σε εξέλιξη στην Αυστρία, την Τσεχική Δημοκρατία, την Πορτογαλία, τη Φινλανδία, την Ισπανία και τη Σουηδία (Σχήμα 12).
Στην περίπτωση του κοβαλτίου η Ε.Ε. συμμετέχει στην παγκόσμια παραγωγή με το 2% από την Νέα Καληδονία (έδαφος της Γαλλίας) και το 1% από τη Φινλανδία, όπου είναι παραπροϊόν της εξόρυξης νικελίου ή χαλκού σε τέσσερα μεταλλεία (Sotkamo, Kevitsa, Hitura και Kylylahti), ενώ δυναμικό ενδιαφέρον κοιτασματολογικής έρευνας παρουσιάζουν και οι νικελιούχοι λατερίτες, μεταξύ των οποίων και οι ελληνικοί.
Σε ότι αφορά στον γραφίτη υπάρχει πολύ μικρή παραγωγή στην Αυστρία και την Γερμανία, ενώ στην Σουηδία βρίσκεται σε εξέλιξη κοιτασματολογική έρευνα σε προχωρημένο στάδιο βάση του οποίου εκτιμώνται δυναμικά αποθέματα τρίων εκατομμυρίων τόνων. Η Ε.Ε. δεν έχει εξόρυξη σπάνιων γαιών. Τα σουηδικά κοιτάσματα, Norra Kärr, Olserum, Bastnäs, αλλά και τα Φινλανδικά, όπως το Sokli, βρίσκονται στον προθάλαμο της εκμετάλλευσης.
Υπάρχουν βέβαια και ορυκτές πρώτες ύλες που δεν χαρακτηρίζονται κρίσιμες, όπως ο χαλκός, το νικέλιο, ο ψευδάργυρος, το αλουμίνιο, τα πολύτιμα μέταλλα, που είναι εξίσου ή ακόμη και μεγαλύτερης στρατηγικής σημασίας για τις νέες καινοτόμες τεχνολογίες, με εφαρμογές στην ηλεκτροκίνηση και την τεχνητή νοημοσύνη, που με την σειρά τους καθιστούν δυνατή την μετάβαση προς την πράσινη ενέργεια και την ψηφιακή οικονομία. Όλες οι συγκεκριμένες ορυκτές πρώτες ύλες εξορύσσονται ήδη, όπως για παράδειγμα οι λατερίτες νικελίου, ή αποτελούν υποψήφια προς εκμετάλλευση κοιτάσματα στην Ελλάδα.
Σε σχέση με τις τεχνολογίες παραγωγής και αποθήκευσης ανανεώσιμης ενέργειας:
Σε σχέση με την δυνατότητα πρόσβασης στην αξιοποίηση βιώσιμων ορυκτών πρώτων υλών:
Σε σχέση με τον ρόλο της Κίνας:
Σε σχέση με τρέχουσες και νέες καθοδόν προκλήσεις:
Έγκυρη ενημέρωση για την αξιακή αλυσίδα των raw materials