Οι φιλοσοφικές καταγωγές της άφωνης γεωποικιλότητας

Οι φιλοσοφικές καταγωγές της άφωνης γεωποικιλότητας

Η σύγχρονη περιβαλλοντική κρίση δεν αποτελεί αποκλειστικά τεχνολογικό ή οικονομικό ζήτημα. Αντανακλά μια ιστορική διαδρομή ιδεών για τον τρόπο διαχείρισης του φυσικού κόσμου. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Καθηγητής της Σχολής Μηχανικών Ορυκτών Πόρων του Πολυτεχνείου Κρήτης, Εμμανουήλ Μανούτσογλου, η γεωποικιλότητα, θεμελιώδης συνιστώσα του φυσικού περιβάλλοντος και της γεωλογικής κληρονομιάς, απουσιάζει ή παραμένει αόρατη από τη δημόσια συζήτηση και το μεγαλύτερο μέρος της περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Και αυτό δεν είναι τυχαίο, γιατί συνδέεται με μια μακρά φιλοσοφική παράδοση...

Οι μεγάλες φιλοσοφικές ιδέες σπάνια παραμένουν περιορισμένες στα έργα των δημιουργών τους. Με την πάροδο του χρόνου μετασχηματίζονται σε τρόπους σκέψης που επηρεάζουν την επιστήμη, τη νομοθεσία, την οικονομία και τελικά την ίδια την καθημερινή ζωή. Η αντίληψη ότι η φύση αποτελεί πρωτίστως αντικείμενο γνώσης, ελέγχου και αξιοποίησης δεν εμφανίστηκε αυθόρμητα, αλλά  είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς ιστορικής και φιλοσοφικής εξέλιξης που διαμορφώθηκε κυρίως κατά την Επιστημονική Επανάσταση του 17ου αιώνα. Από αυτήν την παράδοση προέκυψαν όχι μόνο οι εντυπωσιακές επιτυχίες της νεότερης επιστήμης αλλά και ένας ιδιαίτερος τρόπος αντίληψης του φυσικού μας κόσμου, ο οποίος εξακολουθεί να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούμε τη βιοποικιλότητα, τη γεωποικιλότητα και γενικότερα την αξία της φύσης.

Οι φιλοσοφικές αυτές παραδοχές δεν παρέμειναν αφηρημένες θεωρίες. Επηρέασαν τον τρόπο με τον οποίο οργανώθηκαν οι κοινωνίες, αναπτύχθηκαν οι τεχνολογίες, θεσπίστηκαν οι νόμοι και διαμορφώθηκαν οι περιβαλλοντικές πολιτικές. Ακόμη και σήμερα, πολλές από τις αποφάσεις που αφορούν τη διαχείριση των φυσικών πόρων αντανακλούν, συχνά ασυνείδητα, αντιλήψεις για το ποια στοιχεία της φύσης διαθέτουν εγγενή αξία και ποια θεωρούνται απλώς «μέσα» για την εξυπηρέτηση των ανθρώπινων αναγκών [1].  

Η σύγχρονη περιβαλλοντική κρίση δεν αποτελεί μόνο τεχνολογικό ή οικονομικό πρόβλημα. Αντανακλά και μια μακρά ιστορία ιδεών που διαμόρφωσε τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται και διαχειρίζεται τον φυσικό του κόσμο. Οι αποφάσεις για την προστασία των δασών, των ποταμών, της βιοποικιλότητας, δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από τα επιστημονικά δεδομένα, αλλά και από τις φιλοσοφικές αντιλήψεις σχετικά με το αν η φύση διαθέτει εγγενή αξία ή αν αποτελεί απλώς ένα σύνολο πόρων προς αξιοποίηση [2].

Η σχεδόν πλήρης απουσία της γεωποικιλότητας από τη δημόσια συζήτηση και από μεγάλο μέρος της περιβαλλοντικής νομοθεσίας δεν είναι επομένως ιστορικό ατύχημα. Αντανακλά μια μακρά φιλοσοφική παράδοση που αποδίδει προνομιακή ηθική αξία στα έμβια όντα, ενώ αντιμετωπίζει την άβια φύση ως ουδέτερο υπόβαθρο της ανθρώπινης δραστηριότητας. Για να κατανοήσουμε τις ιστορικές και φιλοσοφικές καταβολές αυτής της αντίληψης, χρειάζεται να επιστρέψουμε σε δύο από τις σημαντικότερες μορφές της Επιστημονικής Επανάστασης του 17ου αιώνα, τον Francis Bacon και τον René Descartes, των οποίων οι ιδέες διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό τη νεότερη επιστημονική κοσμοθεωρία..

Σερ Φράνσις Μπέικον Bacon
Πορτραίτο του Σερ Φράνσις Μπέικον (Frans Pourbus, 1617) (wikipedia)
Πορτραίτο του Ρενάτου Καρτέσιου (Frans Hals, 1649) (wikipedia)

Η διαμόρφωση της νέας αντίληψης για τη φύση

Ο Francis Bacon (Φράνσις Μπέικον, 1561–1626, γνωστός παλιότερα και ως Βάκωνας), Άγγλος φιλόσοφος, νομικός και πολιτικός, θεωρείται ο θεμελιωτής του νεότερου εμπειρισμού και μία από τις σημαντικότερες μορφές της πρώιμης Επιστημονικής Επανάστασης. Στο έργο του Novum Organum (1620) υποστήριξε ότι σκοπός της επιστήμης είναι η απόκτηση γνώσης που θα επιτρέψει στον άνθρωπο να κατανοήσει και να αξιοποιήσει αποτελεσματικότερα τη φύση μέσω της εμπειρικής παρατήρησης και του πειράματος [3].

Η γνωστή φράση scientia potentia estη γνώση είναι δύναμη»), η οποία αποδίδεται στον ίδιο, συμπυκνώνει τη νέα αντίληψη σύμφωνα με την οποία η επιστήμη οφείλει να υπηρετεί τη βελτίωση της ανθρώπινης ζωής μέσω της κατανόησης των φυσικών νόμων. Όπως υποστηρίζει η Carolyn Merchant, ο Bacon συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωση μιας νέας εικόνας της φύσης, η οποία δεν αντιμετωπιζόταν πλέον ως ένας οργανικός κόσμος αλλά ως κάτι που μπορεί να ερευνηθεί, να ελεγχθεί και να τεθεί στην υπηρεσία του ανθρώπου. Η ίδια επισημαίνει ότι στα έργα του χρησιμοποιείται συχνά μια ρητορική κυριαρχίας, με εκφράσεις όπως «να βασανίσουμε τη φύση για να αποσπάσουμε τα μυστικά της» και «να τη δέσουμε στην υπηρεσία μας» [4].

Λίγες δεκαετίες αργότερα, ο René Descartes (596-1650), γνωστός στην ελληνική βιβλιογραφία ως Ρενάτος Καρτέσιος (Renatus Cartesius), δηλαδή με τη λατινοποιημένη μορφή του ονόματος του, υπήρξε Γάλλος φιλόσοφος, μαθηματικός και φυσικός και μία από τις σημαντικότερες μορφές της Επιστημονικής Επανάστασης του 17ου αιώνα, ασκώντας καθοριστική επιρροή στη φιλοσοφία, τα μαθηματικά και τη φυσική. Το 1641, στους Στοχασμούς περί της Πρώτης Φιλοσοφίας, ο Καρτέσιος διατύπωσε μια διάκριση που επρόκειτο να καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τη σχέση του δυτικού ανθρώπου με τη φύση: τη διάκριση ανάμεσα στο res cogitans, τη σκεπτόμενη ουσία και το res extensa, την εκτατή, υλική ουσία.

Ο νους, η έδρα της συνείδησης και της αυτογνωσίας, τοποθετήθηκε σε ένα εντελώς διαφορετικό οντολογικό επίπεδο από το σώμα και κατ' επέκταση από ολόκληρο τον υλικό κόσμο: τα ζώα, τα φυτά, τα πετρώματα και γενικότερα από ολόκληρη την υλική φύση. Ό,τι δεν σκέφτεται, σύμφωνα με αυτή τη λογική, είναι απλώς μηχανισμός: κινείται, μεταβάλλεται, αλλά δεν κατέχει ούτε ψυχή ούτε αξία καθεαυτό. Στο καρτεσιανό αυτό μοντέλο, η res extensa στερείται σκοπού, ζωτικότητας ή εσωτερικής δράσης. Τα πετρώματα, το έδαφος και η ατμόσφαιρα θεωρήθηκαν απλώς γεωμετρικά αντικείμενα που υπακούουν σε τυφλούς μηχανικούς νόμους. Η Γη άρχισε να αντιμετωπίζεται ως ένα αδρανές σκηνικό, πάνω στο οποίο κινείται ο άνθρωπος ως ο μοναδικός δρώντας παράγοντας [5].

Η διάκριση αυτή δεν παρέμεινε φιλοσοφικό ζήτημα των σαλονιών. Η μετάβαση από μια οργανική αντίληψη της Γης ως ζώντος οργανισμού σε μια μηχανιστική αντίληψή της αποτέλεσε το ιστορικό και ιδεολογικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε η νεότερη επιστήμη, νομιμοποιώντας ταυτόχρονα την κυριαρχία τόσο επί της φύσης όσο και επί των γυναικών. Ο δρόμος αυτός άνοιξε τεράστιες δυνατότητες γνώσης και ελέγχου της φύσης. Άνοιξε όμως ταυτόχρονα και τον δρόμο για μια θεώρηση του φυσικού κόσμου ως απλού αποθέματος πρώτων υλών, στη διάθεση του μόνου όντος που θεωρήθηκε φορέας σκέψης και, άρα, αξίας: του ανθρώπου. Αυτή η «απονέκρωση» της φύσης λειτούργησε ως το ιδεολογικό υπόβαθρο για την αλόγιστη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων. Όπως επισημαίνουν σύγχρονες οικοακτιβιστικές και φιλοσοφικές αναλύσεις, η αντιμετώπιση του εδάφους ως παθητικού αντικειμένου νομιμοποίησε την υποβάθμισή του από την εντατική βιομηχανική δραστηριότητα [4].

Μέσα σε αυτό το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο, η σύζευξη της βακωνικής εμπειρικής μεθόδου με τον καρτεσιανό δυισμό αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους άξονες της νεότερης επιστημονικής κοσμοθεωρίας. Ασφαλώς, ούτε ο Βάκωνας ούτε ο Καρτέσιος μπορούν να θεωρηθούν οι μοναδικοί διαμορφωτές της νεότερης αντίληψης για τη φύση. Η σύγχρονη ιστοριογραφία της επιστήμης αντιμετωπίζει την Επιστημονική Επανάσταση ως το αποτέλεσμα μιας σύνθετης ιστορικής διαδικασίας, στην οποία συνέβαλαν η Αναγέννηση, η Μεταρρύθμιση, η ανάπτυξη των μαθηματικών και της πειραματικής μεθόδου, οι τεχνολογικές καινοτομίες, η τυπογραφία, οι μεγάλες γεωγραφικές ανακαλύψεις, καθώς και οι ευρύτερες κοινωνικές και οικονομικές μεταβολές της πρώιμης νεότερης Ευρώπης.

Μέσα σε αυτό το πολύπλοκο πνευματικό και ιστορικό πλαίσιο, οι ιδέες του Βάκωνα και του Καρτέσιου όμως  απέκτησαν ιδιαίτερη βαρύτητα, επειδή εξέφρασαν με συστηματικό τρόπο δύο συμπληρωματικές όψεις της νέας επιστημονικής κοσμοθεωρίας: την εμπειρική διερεύνηση της φύσης και τη φιλοσοφική θεμελίωση της σχέσης ανάμεσα στον άνθρωπο και τον υλικό κόσμο. Παρά τον πολυπαραγοντικό χαρακτήρα της Επιστημονικής Επανάστασης, η επίδραση του Βάκωνα και του Καρτέσιου υπήρξε ιδιαίτερα έντονη και κυρίως διαρκής. Η σύνθεση της βακωνικής εμπειρικής μεθόδου με τον καρτεσιανό δυισμό διαμόρφωσε έναν από τους σημαντικότερους άξονες της νεότερης επιστημονικής κοσμοθεωρίας και επηρέασε βαθιά τον τρόπο με τον οποίο η δυτική σκέψη προσέγγισε τον φυσικό κόσμο [6].

Οι συνέπειες αυτής της νέας θεώρησης αναδείχθηκαν με ιδιαίτερη σαφήνεια από την ιστορικό της επιστήμης Carolyn Merchant. Σύμφωνα με τη Merchant, η μετάβαση από την αντίληψη της Γης ως ζώντος οργανισμού σε εκείνη μιας μηχανής υπήρξε μία από τις σημαντικότερες ιδεολογικές μεταβολές της νεότερης εποχής. Η μεταβολή αυτή άνοιξε τον δρόμο για εντυπωσιακές επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις, αλλά ταυτόχρονα ενίσχυσε τη θεώρηση της φύσης ως αποθέματος πόρων διαθέσιμων για ανθρώπινη αξιοποίηση.

Υπό αυτό το πρίσμα, ένα δάσος μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε κυβικά μέτρα ξυλείας, ένα ποτάμι σε υδατικό απόθεμα και ένα βουνό σε κοίτασμα ορυκτών. Η φύση παύει να αντιμετωπίζεται ως ένας οργανικός συνομιλητής του ανθρώπου και μετατρέπεται σε αντικείμενο μέτρησης, ελέγχου και αξιοποίησης. Η θεώρηση αυτή υπήρξε εξαιρετικά παραγωγική για την ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας, συνέβαλε όμως και στη σταδιακή υποχώρηση της αντίληψης ότι τα μη έμβια στοιχεία της φύσης διαθέτουν αξία πέρα από την άμεση χρησιμότητά τους [4].

Η γεωποικιλότητα: το «αόρατο» θύμα μιας φιλοσοφικής παράδοσης

Η ασυμμετρία αυτή αντανακλάται μέχρι σήμερα στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη φύση. Αν η βιοποικιλότητα κατάφερε, έστω και καθυστερημένα, να αποκτήσει θεσμική αναγνώριση, νομοθετική προστασία και ισχυρή δημόσια απήχηση, η γεωποικιλότητα, η ποικιλομορφία των ορυκτών, των πετρωμάτων, των απολιθωμάτων, των γεωμορφών, των εδαφών και των ενεργών γεωλογικών διεργασιών παραμένει σε μεγάλο βαθμό αόρατη τόσο στη δημόσια συζήτηση όσο και στη νομοθεσία.

Η σύγχρονη επιστημονική βιβλιογραφία ορίζει τη γεωποικιλότητα ως τη φυσική ποικιλότητα των αβιοτικών στοιχείων της Γης, ενώ η γεωκληρονομιά αποτελεί το υποσύνολο εκείνων των στοιχείων που αναγνωρίζονται ως ιδιαίτερης επιστημονικής, εκπαιδευτικής, αισθητικής ή πολιτιστικής αξίας και χρήζουν προστασίας [7]. Η ίδια αυτή εννοιολογική καθυστέρηση, η ανάγκη να «μεταφραστεί» η γεωποικιλότητα σε γεωκληρονομιά για να αποκτήσει αξία, αποκαλύπτει πόσο βαθιά έχει εδραιωθεί η αντίληψη ότι ο ανόργανος κόσμος δεν φέρει καθεαυτού αξία, παρά μόνο όταν του αποδοθεί χρησιμότητα ή νόημα από τον άνθρωπο.

Ο Murray Gray υπήρξε από τους πρώτους που υποστήριξαν ότι η γεωποικιλότητα διαθέτει πολλαπλές αξίες: επιστημονικές, οικολογικές, πολιτισμικές, οικονομικές και αισθητικές, ανεξάρτητα από την άμεση αξιοποίησή της από τον άνθρωπο [2]. Αντίστοιχα, οι Hjort και οι συνεργάτες του έδειξαν ότι η γεωποικιλότητα αποτελεί το φυσικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο αναπτύσσεται η ίδια η βιοποικιλότητα, γιατί χωρίς τη γεωλογική ποικιλότητα δεν μπορεί να υπάρξει η ποικιλότητα των οικοσυστημάτων και των ειδών [8].

Παρ' όλα αυτά, η προστασία της ανόργανης φύσης εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά εκείνης της βιοποικιλότητας. Η διαφορά αυτή δεν αποτελεί μόνο θεσμικό ή νομοθετικό κενό. Αντανακλά μια βαθιά ριζωμένη πολιτισμική και φιλοσοφική παράδοση, σύμφωνα με την οποία η ζωή θεωρείται ο αποκλειστικός φορέας αξίας, ενώ ο γεωλογικός κόσμος αντιμετωπίζεται ως ουδέτερο σκηνικό της ανθρώπινης δραστηριότητας. Το απολιθωμένο δάσος ριζολίθων του Ακρωτηρίου Χανίων, όπως και εκατοντάδες άλλοι γεώτοποι της Ελλάδας, δεν στερούνται επιστημονικής ή αισθητικής αξίας. Εκείνο που απουσιάζει είναι το πολιτισμικό πλαίσιο που θα επιτρέψει στην κοινωνία να τα αντιληφθεί ως αναντικατάστατα τεκμήρια της ιστορίας της Γης και όχι απλώς ως «άψυχα πετρώματα».

Η γεωποικιλότητα δεν παραμένει ακόμη και σήμερα στο περιθώριο επειδή είναι λιγότερο σημαντική από τη βιοποικιλότητα. Παραμένει επειδή επί αιώνες η ανόργανη διάσταση της φύσης αντιμετωπίστηκε κυρίως ως το σκηνικό πάνω στο οποίο εξελίσσεται η ζωή και όχι ως αναπόσπαστο μέρος της φυσικής ιστορίας του πλανήτη. Έτσι τα πετρώματα οι γεωμορφές και οι γεωλογικές διεργασίες δεν απέκτησαν ποτέ την ίδια ηθική και κοινωνική βαρύτητα με τους έμβιους οργανισμούς.

Η αναγνώριση αυτής της ιστορικής διαδρομής δεν σημαίνει ότι πρέπει να αμφισβητήσουμε τη νεότερη επιστήμη, η οποία προσέφερε ανεκτίμητη γνώση για τη λειτουργία της φύσης. Υπενθυμίζει ότι η επιστήμη μπορεί να μας εξηγήσει πώς λειτουργεί ο φυσικός κόσμος, όχι όμως να αποφασίσει ποια στοιχεία του αξίζουν προστασία. Η επιλογή αυτή δεν βασίζεται μόνο στην επιστημονική γνώση, αλλά και στις φιλοσοφικές και πολιτισμικές αξίες κάθε κοινωνίας, οι οποίες διαμορφώνουν τη νομοθεσία, τις περιβαλλοντικές πολιτικές και τελικά τις προτεραιότητες διατήρησης της φυσικής κληρονομιάς [2; 4].

Ο Βάκωνας έθεσε τις βάσεις της νέας επιστημονικής μεθόδου, θεμελιωμένης στην παρατήρηση και το πείραμα, ενώ ο Καρτέσιος προσέφερε το φιλοσοφικό της υπόβαθρο, μέσω της διάκρισης ανάμεσα στον νου και την ύλη. Η συνάντηση αυτών των δύο ρευμάτων συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωση της νεότερης επιστημονικής κοσμοθεωρίας και έμμεσα στη μακρόχρονη υποβάθμιση της γεωποικιλότητας έναντι της έμβιας φύσης. Η κατανόηση αυτών των ιστορικών και φιλοσοφικών διεργασιών φωτίζει τους λόγους για τους οποίους ο υλικός κόσμος παρέμεινε επί αιώνες στο περιθώριο της φιλοσοφικής, επιστημονικής και ηθικής σκέψης, γιατί η γεωποικιλότητα παρέμεινε «άφωνη» για αιώνες και αναγνωρίστηκε ως θεμελιώδης συνιστώσα της φυσικής κληρονομιάς με εγγενή επιστημονική, οικολογική και πολιτισμική αξία, μόλις τις τελευταίες δεκαετίες.

Πηγές

[1] Taylor, C. (1989). Sources of the Self: The Making of the Modern Identity. Cambridge, MA: Harvard University Press.
[2] Gray, M. (2004). Geodiversity: Valuing and Conserving Abiotic Nature. Chichester: John Wiley & Sons.
[3] Bacon, F. (1620/2000). Novum Organum. Cambridge: Cambridge University Press.
[4] Merchant, C. (1980). The Death of Nature: Women, Ecology, and the Scientific Revolution. San Francisco: Harper & Row.
[5] Descartes, R. (1641/1996). Meditations on First Philosophy. Cambridge: Cambridge University Press.
[6] Shapin, S. (1996). The Scientific Revolution. Chicago: University of Chicago Press.
[7] Brilha, J., Gray, M., Pereira, D.I. & Pereira, P. (2018). Geodiversity: an integrative review as a contribution to the sustainable management of the whole of nature. Environmental Science & Policy, 86, 19–28.
[8] Hjort, J., Gordon, J.E., Gray, M. & Hunter, M.L. (2015). Why geodiversity matters in valuing nature's stage. Conservation Biology, 29(3), 630–639.
Must Reads
foolwo rawmathub.gr on Google News
Image

Έγκυρη ενημέρωση για την αξιακή αλυσίδα των raw materials

NEWSLETTER