Στον κόσμο της μάθησης όπου τα tablets έχουν αντικαταστήσει τα τετράδια και οι ψηφιακές πλατφόρμες και η AI τον μαυροπίνακα, δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί ότι μόλις μισό αιώνα πριν και για εκατοντάδες χρόνια πριν από αυτόν, η γνώση μεταδιδόταν με τη βοήθεια λεπτών πλακών από σχιστόλιθο, ενός πετρώματος που πάνω του έγραφε και έσβηνε κανείς τα γραφόμενα. O Καθηγητής της Σχολής Μηχανικών Ορυκτών Πόρων του Πολυτεχνείου Κρήτης, Εμμανουήλ Μανούτσογλου, εξηγεί πώς ο Alexander von Humboldt, ο άνθρωπος που επαναπροσδιόρισε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη φύση, συνδέεται έμμεσα αλλά ιστορικά τεκμηριωμένα με την ευρωπαϊκή μαζική εκπαίδευση.
Αυτές τις ημέρες των Πανελληνίων εξετάσεων, τα βλέμματα όλων μας είναι στραμμένα στους νέους ανθρώπους που στριμώχνονται στο ξεκίνημα του καλοκαιριού στα θρανία και διαγωνίζονται για το μέλλον τους. Η αγωνία, η προσδοκία, η ένταση της αίθουσας εξέτασης, όλα αυτά μας παραπέμπουν στις βαθύτερες έννοιες της μάθησης και της γνώσης.
Στον κόσμο της μάθησης όπου τα tablets έχουν αντικαταστήσει τα τετράδια και οι ψηφιακές πλατφόρμες και η AI τον μαυροπίνακα, δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί ότι μόλις μισό αιώνα πριν και για εκατοντάδες χρόνια πριν από αυτόν, η γνώση μεταδιδόταν με τη βοήθεια λεπτών πλακών από σχιστόλιθο, ενός πετρώματος που πάνω του έγραφε και έσβηνε κανείς τα γραφόμενα. Ακόμη πιο δύσκολο είναι να συνδέσει κανείς αυτό το ταπεινό εκπαιδευτικό υλικό με μια από τις μεγαλύτερες μορφές του κλασικισμού, της ευρωπαϊκής επιστήμης και διανόησης.
Θεωρώ ότι ελάχιστοι γνωρίζουν στη χώρα μας ότι ο Alexander von Humboldt (1769-1859), ο άνθρωπος που επαναπροσδιόρισε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη φύση, συνδέεται έμμεσα αλλά ιστορικά τεκμηριωμένα με την ευρωπαϊκή μαζική εκπαίδευση. Η σύνδεση αυτή δεν περνά μέσα από φιλοσοφικά συστήματα ή εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, αλλά μέσα από τη σκληρή, καθημερινή εργασία ενός νεαρού μεταλλειολόγου που από τον Ιούλιο του 1792 έως την άνοιξη του 1797 κατέβαινε σε στοές, επιθεωρούσε χυτήρια, συνέτασσε λεπτομερείς εκθέσεις και διεξήγαγε πειράματα στα ορυχεία της Φραγκονίας (του βορειοανατολικού τμήματος της σημερινής Βαυαρίας), της τότε πρωσικής περιφέρειας που περιλάμβανε τα κρατίδια Ansbach και Bayreuth [1].
Πριν γίνει ο εξερευνητής της Λατινικής Αμερικής και ο συγγραφέας του διάσημου έργου «Kosmos», ο Humboldt είχε σπουδάσει και στη Bergakademie Freiberg, την Ακαδημία Μεταλλείων της Σαξονίας, όπου η καθημερινή ρουτίνα ήταν αυστηρά καθορισμένη: από τις 6 το πρωί έως το μεσημέρι επίσκεψη σε ορυχεία και το απόγευμα παρακολούθηση διαλέξεων. Εκεί, δουλεύοντας με σφυρί και πυξίδα, ο Humboldt αιμόφυρτε τα χέρια του στα πρώτα πρακτικά μαθήματα στις υπόγειες στοές: «τουλάχιστον δεν αιμορραγώ πλέον», έγραψε στον συνάδελφο του Dietrich Ludwig G. Karsten, μεταλλειολόγο στο Βερολίνο [1]. «Το μέλλον μου παραμένει αβέβαιο. Σίγουρα δε θα μείνω εδώ, πιθανότατα θα πάω πρώτα στη Θουριγγία και μετά στη Βεστφαλία. Γιατί θέλω να ασχοληθώ με την πρακτική της μεταλλευτικής», έγραφε στο φίλο του Freiesleben [2]. Διορίστηκε assessor cum voto (σε ελεύθερη μετάφραση, πάρεδρος με δικαίωμα ψήφου) στη Μεταλλευτική Διοίκηση της Πρωσίας και λίγους μήνες αργότερα, στις 12 Ιουλίου 1792, εισήλθε για πρώτη φορά στα σύνορα της Φραγκονίας για να αρχίσει την επιθεώρηση [1,2].
Δειτε ακομη
Τα αποτελέσματα της πρώτης επιθεώρησης ήταν τόσο εντυπωσιακά ώστε τον Αύγουστο του 1792, ακόμη και πριν ολοκληρωθεί η γραπτή έκθεση του, ο υπουργός Karl August von Hardenberg (1750-1822) και ο Friedrich Anton von Heynitz (1725–1802), αρχιτέκτονας του εκσυγχρονισμού της πρωσικής μεταλλευτικής διοίκησης, του προσέφεραν τη θέση του Oberbergmeister, ανώτερου επιθεωρητή μεταλλείων, στα κρατίδια Ansbach και Bayreuth. Έτσι στα εικοσιτρία του χρόνια αναλάμβανε την τεχνική εποπτεία όλων των ορυχείων τριών διοικητικών περιφερειών: Goldkronach, Wunsiedel και Naila.
Ο ίδιος έγραφε στον Freiesleben με αναπτερωμένο ηθικό: «Όλες μου οι επιθυμίες, αγαπητέ Freiesleben, έχουν πλέον εκπληρωθεί. Θα ζω εντελώς αφοσιωμένος στην πρακτική μεταλλεία και την ορυκτολογία» [1]. Αυτό που κάνει τη περίοδο του Humboldt στην Φραγκονία ιδιαίτερα σημαντική για την ιστοριογραφία της επιστήμης είναι ο τρόπος με τον οποίο μετέτρεψε τα ορυχεία σε επιστημονικά εργαστήρια.
Κατά τη συστηματική επιθεώρηση των κοιτασμάτων, πραγματοποιούσε γεωγνωστικές παρατηρήσεις που κατέγραφε με επιστημονική ακρίβεια, αξιολογώντας στρωματογραφικές σχέσεις, μεταλλοφόρες φλέβες και τεκτονικές δομές. Ο Hardenberg, εκ των υστέρων, περιέγραψε με χαρακτηριστική ακρίβεια αυτή τη διπλή δραστηριότητα: ο Humboldt, «κατεβαίνοντας στα ορυχεία, μελετούσε ταυτόχρονα τα εσώτερα της Γης» [1].
Δειτε ακομη
Η Ursula Klein, στη θεμελιώδη μελέτη της για τον Humboldt ως μεταλλευτικό αξιωματούχο της Πρωσίας, εισήγαγε την έννοια του «υβριδικού ειδήμονα-τεχνικού» (hybrid savant-technician) για να περιγράψει αυτή την πρωτόγνωρη προσωπικότητα του τέλους του 18ου αιώνα [1]. Ο Humboldt δεν ήταν ούτε απλός διοικητικός υπάλληλος ούτε ακαδημαϊκός, ούτε φυσικός φιλόσοφος. Ήταν και τα τρία ταυτόχρονα: διοικούσε τρία μεταλλευτικά τμήματα, ίδρυσε από ίδια κεφάλαια ένα σχολείο για τους εργάτες των ορυχείων στο Steben, όπου διέμενε, εφηύρε λυχνίες ασφαλείας και συσκευές αναπνοής για τους μεταλλωρύχους, ανακάλυψε νέες μεθόδους αμαλγαμάτωσης χρυσού στο Goldkronach και παράλληλα δημοσίευσε επιστημονικές εργασίες για ορυκτολογία, γεωγνωσία και χημεία [3]. Αυτή η σύνθεση πρακτικής εμπειρίας και επιστημονικής παρατήρησης δεν ήταν απλή συνύπαρξη, ήταν το αποτέλεσμα της γόνιμης αλληλεπίδρασης.
Ακριβώς κατά την περίοδο αυτή, από το 1792 έως το 1797, ο Humboldt επιθεωρούσε και τα εκτεταμένα σχιστολιθικά κοιτάσματα του Frankenwald. Στη διάρκεια αυτών των επιθεωρήσεων αξιολόγησε το κοίτασμα κοντά στο Geroldsgrün, στην περιοχή που αργότερα έγινε γνωστή ως Lotharheil και αναφέρεται ότι είχε αναγνωρίσει την ποιότητα αυτού του σχιστόλιθου. Τα δικαιώματα εξόρυξης που παραχωρήθηκαν για 45 εκτάρια του υπόγειου κοιτάσματος, φέρεται να χρονολογούνται από την εποχή του βασιλιά Λουδοβίκου Β΄[4].
Μερικές δεκαετίες αργότερα, το 1857, ο Lothar von Faber (1817–1896), ο επιχειρηματίας που μετέτρεψε την οικογενειακή επιχείρηση μολυβιών Faber, ιδρυμένη το 1761 στο Stein της Βαυαρίας, στην παγκόσμια εταιρεία που σήμερα γνωρίζουμε ως Faber-Castell, απέκτησε τα δικαιώματα εκμετάλλευσης αυτού του κοιτάσματος με στόχο την παραγωγή σχολικών πλακών γραφής (Schiefertafeln). Επειδή ο σχιστόλιθος που εξορυσσόταν ήταν πολύ σκληρός για τον σκοπό αυτό, ο Faber πούλησε το ορυχείο το 1895. Το 1904 το αγόρασε ο κατασκευαστής σκεπών από σχιστόλιθο Christian Teichmann και εξακολουθεί να ανήκει στους απογόνους του [4].
Δειτε ακομη
Η σχέση του Humboldt με τον σχιστόλιθο της Φραγκονίας δεν περιοριζόταν στην παθητική καταγραφή κοιτασμάτων. Ήδη την πρώτη ημέρα της επιθεώρησης του, στις 12 Ιουλίου 1792, επισκέφθηκε το λατομείο σχιστολίθου στο Ludwigsstadt, το λεγόμενο Dachschieferbruch, το οποίο τότε δεν λειτουργούσε και την επόμενη ημέρα εξέτασε τα κοιτάσματα του Lehesten, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ανήκουν στον ίδιο γεωλογικό σχηματισμό [2]. Η αξιολόγηση του δεν ήταν μόνο επιστημονική, είχε και έντονη κοινωνική διάσταση.
Τον Μάρτιο του 1794 απηύθυνε προσωπική έκκληση στον Βασιλιά της Πρωσίας, ζητώντας δάνειο πενήντα φιορινιών για την επαναλειτουργία του λατομείου, γράφοντας ότι η περιοχή, «από τη φύση αδικημένη, ανίκανη να καλύψει τις ανάγκες της σε σιτάρι και κρέας, μπορεί μόνο μέσα από τη εκβιομηχάνιση να αποφύγει την βαθμιαία εξαθλίωση των κατοίκων». Το λατομείο παρήγε, κατά τον ίδιο, «έναν λεπτό, άριστης ποιότητας σχιστόλιθο» που μπορούσε να αποτελέσει σημαντική πρώτη ύλη για την τοπική βιομηχανία.
Αυτή η επιστολή αποκαλύπτει έναν Humboldt που δεν αρκούνταν στη γεωγνωστική παρατήρηση: ο σχιστόλιθος ήταν για αυτόν ταυτόχρονα επιστημονικό αντικείμενο και εργαλείο κοινωνικής ανάπτυξης για τους φτωχούς κατοίκους των ορεινών περιοχών της Φραγκονίας [2]. Έτσι λοιπόν η σύνδεση μεταξύ της γεωλογικής αξιολόγησης του Humboldt και της μετέπειτα παραγωγής εκπαιδευτικού υλικού είναι έμμεση αλλά ανιχνεύσιμη. Ο Humboldt δεν σχεδίασε σχολικές πλάκες, δεν ασχολήθηκε ποτέ με την εκπαιδευτική βιομηχανία.
Ωστόσο, η συστηματική γεωγνωστική καταγραφή που πραγματοποίησε ανέδειξε τα κοιτάσματα σχιστολίθου που αργότερα εκμεταλλεύτηκε η βιομηχανία των Schiefertafeln, των σχολικών πλακών που κατά τον Davies [5], αποτέλεσαν το βασικό γραφικό υλικό των σχολείων σε όλη την Ευρώπη και πέραν αυτής προτού γενικευτεί η χρήση του χαρτιού. Η αλυσίδα γεωλογική αξιολόγηση → αναγνώριση κοιτάσματος → βιομηχανική εκμετάλλευση → μαζική παραγωγή εκπαιδευτικού υλικού έχει τεκμηριωμένη ιστορική βάση στην περιοχή της Φραγκονίας [2].
Η ιστορία αυτή μας υπενθυμίζει ότι οι μεγάλες επιστημονικές προσωπικότητες δε δημιουργούνται στα γραφεία, αλλά στο πεδίο. Κατά τη σύγχρονη ιστοριογραφία της επιστήμης, η περίοδος στην Φραγκονία δεν ήταν ένα ενδιάμεσο στάδιο στην καριέρα του αλλά ήταν η θεμέλιος λίθος της επιστημονικής του σκέψης [1]. Ο μετέπειτα Humboldt, αυτός που είδε τη Γη ως «ζωντανό σύνολο» από την κορυφή του Chimborazo, αυτός που επινόησε τις ισόθερμες γραμμές και έθεσε τις βάσεις της οικολογίας, θα ήταν αδιανόητος χωρίς τα χρόνια που πέρασε κάτω από τη Γη, παρατηρώντας σχέσεις μεταξύ στρωμάτων, φλεβών και ορυκτών [1]. Και αν εκατομμύρια Ευρωπαίοι μαθητές έγραψαν τα πρώτα τους γράμματα πάνω σε σχιστολιθικές πλάκες που προέρχονταν εν μέρει από κοιτάσματα που εκείνος πρώτος αξιολόγησε, τότε η συμβολή του στη μαζική εκπαίδευση παραμένει μια από τις πιο παραμελημένες πτυχές της κληρονομιάς του [5].








