Τα απολιθώματα, όστρακα, οστά, αποτυπώματα ζωής, παραμένουν στην πλειονότητα τους σταθερά μέσα στον χρόνο. Ο Καθηγητής της Σχολής Μηχανικών Ορυκτών Πόρων του Πολυτεχνείου Κρήτης, Εμμανουήλ Μανούτσογλου, εξηγεί ότι η ιστορία της προσέγγισης και ερμηνείας των απολιθωμάτων δεν συνδέεται μόνο με την ιστορία της Γης, αλλά διαχρονικά με τον τρόπο που οι άνθρωποι επιχείρησαν να κατανοήσουν τη σχέση έμβιων μορφών και χρόνου. Πρόκειται για μια διαδοχή τρόπου προσέγγισης και ερμηνευτικών πλαισίων για όλα αυτά που σήμερα ονομάζουμε απολιθώματα.
Όπως έχει δείξει ο Rudwick [1], το πρόβλημα που αντιμετώπισαν διαχρονικά οι φυσιοδίφες του παρελθόντος δεν ήταν απλώς αν τα απολιθώματα ήταν οργανικά ή ανόργανα, αλλά ποια από αυτά μπορούσαν να θεωρηθούν κατάλοιπα οργανισμών και ποια όχι. Το ερώτημα επομένως δεν ήταν πρωταρχικά εμπειρικό αλλά ερμηνευτικό. Η διαπίστωση αυτή αλλάζει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διαβάζουμε την ιστορία των ιδεών για τα απολιθώματα.
Η έννοια της «episteme», όπως τη διατυπώνει ο Foucault [2] επιτρέπει να κατανοήσουμε αυτή τη μετατόπιση σε βαθύτερο επίπεδο. Κάθε εποχή δεν βλέπει τον κόσμο με αντικειμενικότητα, «όπως είναι», αλλά μέσα από ένα πλέγμα παραδοχών που καθορίζει εκ των προτέρων τι μετράει ως γνώση και τι όχι.
Η λέξη «απολίθωμα» διατηρούσε στο παρελθόν στην ετυμολογία της μια αμφισημία: η λατινική fossilis σήμαινε αρχικά οτιδήποτε ανασκαφεί από τη γη, ορυκτά, κρύσταλλοι, πετρώματα και μόνο βαθμιαία περιορίστηκε στα κατάλοιπα οργανισμών. Επιπλέον, οι φυσιοδίφες της Αναγέννησης δεν αντιμετώπιζαν ένα απλό δίλημμα μεταξύ οργανικού και ανόργανου, αλλά ένα συνεχές φάσμα αντικειμένων με διαφορετικό βαθμό ομοιότητας προς τη ζωή.
Στο ένα άκρο βρίσκονταν κρύσταλλοι και πετρώματα χωρίς κανέναν συσχετισμό με οργανικά κατάλοιπα, στο άλλο σαφώς αναγνωρίσιμα κελύφη και οστά, ενώ ανάμεσα στις δύο αυτές ακραίες περιπτώσεις εκτεινόταν μια ευρύτατη ζώνη αμφίσημων μορφών: απολιθώματα με ιδιόμορφη διατήρηση αλλά και ανόργανες δομές με τυχαία ομοιότητα προς οργανισμούς. Το πρόβλημα δεν ήταν η άγνοια, αλλά η ανάγκη ταξινόμησης μέσα σε μια σύνθετη μορφολογική ανομοιογένεια [1].
Οι πρώτες προσεγγίσεις
Μέσα σε αυτή τη διαδρομή, μία από τις πιο επίμονες παρανοήσεις αφορά τον Αριστοτέλη και τις υποτιθέμενες θέσεις του για τα απολιθώματα. Συχνά επαναλαμβάνεται ότι θεωρούσε τα απολιθώματα «παιγνίδια της φύσης» που σχηματίζονται μέσω κάποιας εσωτερικής «μορφοποιητικής δύναμης». Ωστόσο, η άποψη αυτή δεν τεκμηριώνεται σε καμία αρχαία πηγή και αποτελεί προϊόν μεταγενέστερης ιστοριογραφικής προβολής [3].
Αντίθετα, οι «φυσιοδίφες» της αρχαιότητας αναγνώριζαν με εντυπωσιακή σαφήνεια τη βιογενή φύση των απολιθωμάτων. Ήδη από τον Ξενοφάνη (περ. 570–478 π.Χ.), τα θαλάσσια όστρακα και τα ίχνη ψαριών που βρέθηκαν σε ορεινές περιοχές ερμηνεύτηκαν ως αποδείξεις ότι οι περιοχές αυτές υπήρξαν κάποτε θαλάσσιες. Η μαρτυρία του Ιππόλυτου επιβεβαιώνει ότι ο Ξενοφάνης χρησιμοποίησε αυτά τα απολιθωμένα ίχνη ως εμπειρικά στοιχεία για να στηρίξει μια κοσμολογία εναλλασσόμενων υγρών και ξηρών περιόδων.
Σημαντικό δεν είναι μόνο το συμπέρασμα αλλά και η μεθοδολογία: ήταν ο πρώτος που συνδύασε εμπειρική παρατήρηση και παραγωγική συλλογιστική για να ερμηνεύσει γεωλογικά φαινόμενα, καθιστώντας τον πρόδρομο μιας επιστημονικής μεθοδολογίας. Παρόμοιες παρατηρήσεις συναντώνται στον Ηρόδοτο (484–425 π.Χ.) και τον Πυθαγόρα (περ. 582–507 π.Χ.), ενώ ακόμη και ο Ιπποκράτης από την Κω φαίνεται να συνέλεγε απολιθώματα (από [4]).
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και ο Αριστοτέλης. Ο ίδιος δεν αμφισβήτησε τη βιογενή προέλευση των απολιθωμάτων. Όταν αναφέρεται στην παρουσία θαλάσσιων μορφών σε περιοχές της ξηράς, τις ερμηνεύει ως ενδείξεις ότι η θάλασσα και η ξηρά μεταβάλλονται τοπικά. Διατύπωσε μάλιστα μια από τις πρώτες εμπειρικά τεκμηριωμένες αντιλήψεις για τον ρυθμό γεωλογικής αλλαγής: οι μετατοπίσεις συντελούνται σε τόσο αργούς ρυθμούς ώστε να μην μπορεί κανείς να τις παρατηρήσει στη διάρκεια μιας ζωής.
Στο πλαίσιο της θεωρίας των «αναθυμιάσεων», όπως απαντά στην αριστοτελική και μετα-αριστοτελική σκέψη, η ιστοριογραφία έχει συχνά υπεραπλουστεύσει ή αποδώσει λανθασμένα στον ίδιο θέσεις που στην πραγματικότητα ανήκουν σε μεταγενέστερες επεξεργασίες της αριστοτελικής παράδοσης [3]. Άλλωστε ο διάδοχός του, ο Θεόφραστος, έδειξε στο Περὶ λίθων ότι η αριστοτελική σχολή μπορούσε να προχωρήσει πέρα από αυτά που ο δάσκαλός της είχε σταματήσει.
Δειτε ακομη
Η μεσαιωνική σκέψη: μετασχηματισμός, όχι ρήξη
Η μεσαιωνική σκέψη δεν διακόπτει αυτή τη προσέγγιση, όπως συχνά υποστηρίζεται, αλλά την μετασχηματίζει. Ιδιαίτερα αξιοσημείωτη είναι η συμβολή του Πέρση φιλόσοφου Ιμπν Σίνα (Avicenna, 981–1037 μ.Χ.), ο οποίος στο Kitab al-Shifa (1027) ανέπτυξε τη θεωρία των «λιθοποιών υγρών» (succus lapidificatus): τα απολιθώματα σχηματίζονται μέσω μιας ορυκτοποιητικής δύναμης που μετατρέπει τους οργανισμούς σε πέτρα (Ibn Sina, 1027, παρατίθεται στο [1]).
Ο Ιμπν Σίνα αναγνώρισε επίσης ότι η γη καλύφθηκε κάποτε από τη θάλασσα, και ότι η δημιουργία πετρωμάτων είναι μια αργή, διαδοχική διεργασία. Η θεωρία αυτή επεκτάθηκε από τον Αλβέρτο τον Μέγα (13ος αιώνας) και έγινε ευρέως αποδεκτή στη μεσαιωνική Ευρώπη. Η σκέψη και των δύο δείχνει ότι η γνώση όχι μόνο δεν χάθηκε, αλλά εξελίχθηκε μέσα σε διαφορετικά ερμηνευτικά πλαίσια, ακόμη και εκεί όπου τα απολιθώματα εντάσσονταν σε θεολογικά σχήματα, π.χ. ως αποδείξεις του κατακλυσμού του Νώε [1].
Η αναγεννησιακή ρήξη: η episteme της ομοιότητας και η vis plastica
Η πραγματική ρήξη εμφανίζεται κατά την Αναγέννηση, σε ένα πνευματικό περιβάλλον όπου κυριαρχούν οι σχέσεις ομοιότητας και «κοσμικής συμπάθειας», όπως το περιγράφει ο Foucault [2]. Η αναγεννησιακή «episteme», δομημένη γύρω από μορφολογική αναλογία, επέτρεψε την ανάπτυξη της ιδέας ότι η φύση μπορεί να παράγει μορφές που μιμούνται τη ζωή χωρίς να προέρχονται από αυτήν. Η θεωρία των ανόργανων απολιθωμάτων και η έννοια της vis plastica δεν αποτελούν κατάλοιπο αρχαίας άγνοιας, αλλά προϊόν ενός συγκεκριμένου ιστορικού τρόπου σκέψης. Εκτός βέβαια από αυτή τη ουσιαστική αλλαγή, η Αναγέννηση έφερε σημαντικές πρακτικές καινοτομίες.
Η εισαγωγή εικονογραφήσεων από τον Conrad Gesner, η δημιουργία φυσικών συλλογών και μουσείων και η ανάπτυξη δικτύων ανταλλαγής πληροφοριών δεν ήταν απλές τεχνικές εξελίξεις αλλά αποτέλεσαν τις υλικές και επικοινωνιακές προϋποθέσεις για τη συγκρότηση ενός νέου τρόπου γνώσης. Αξίζει ωστόσο να υπογραμμιστεί ότι η Αναγέννηση δεν παρήγαγε μόνο αυτή, την ενδογενή θεωρία: ο Λεονάρντο ντα Βίντσι (1452–1519), με βάση τις γεωλογικές παρατηρήσεις του στους λόφους της Τοσκάνης και της Λομβαρδίας, υποστήριξε ορθά ότι τα απολιθώματα είναι κατάλοιπα ζώντων οργανισμών και έθεσε πρώιμα θεμέλια στρωματογραφικής σκέψης, αν και το έργο του παρέμεινε χειρόγραφο [1].
Κατά τον 17ο αιώνα, η ενδογενής θεωρία αποκτά ισχυρή παρουσία. Ο Robert Plot, στο The Natural History of Oxford-shire (1677), υποστήριξε ότι πολλά απολιθώματα είναι κρυσταλλώσεις αλάτων με τυχαία ζωόμορφη μορφή, «figured stones» που τα ερμήνευσε βάσει της «πλαστικής δύναμης που είναι λανθάνουσα στη γη» (Plot, 1677, παρατίθεται σε Oxford University Museum of Natural History, [5]). Ο ίδιος περιέγραψε και το πρώτο γνωστό εικονογραφημένο οστό δεινόσαυρου, αποδίδοντάς το στο μηριαίο ενός «γίγαντα», το οποίο αναγνωρίστηκε αργότερα ότι ανήκε σε έναν Megalosaurus [1].
Η άποψη αυτή αν και λάθος δεν ήταν αυθαίρετη: αντανακλούσε τις πραγματικές δυσκολίες κατανόησης χωρίς τις γνώσεις για την τεκτονική ανύψωση, της απολίθωσης ή της σαφούς διάκρισης ιζηματογενών και κρυσταλλικών δομών. Ούτε αυτές οι απόψεις μονοπωλήσαν. Απέναντι σε αυτές, ο Robert Hooke επέμενε ήδη από το 1665 ότι τα απολιθωμένα ξύλα και τα θαλάσσια κελύφη ήταν οργανικά κατάλοιπα, αντικρούοντας ρητά την ερμηνεία τους ως «πέτρες διαμορφωμένες από κάποια εξαιρετική πλαστική δύναμη – vis plastica» (Hooke, 1665, παρατίθεται στο History of Paleontology [6]).
Δειτε ακομη
Steno και η γέννηση του γεωλογικού αρχείου
Η ανατροπή θα έρθει με τον Nicolas Steno (Niels Stensen, 1638–1686), ο οποίος θεμελιώνει αποφασιστικά την ιδέα ότι τα απολιθώματα είναι οργανικά κατάλοιπα. Το 1666, ενώ ανέτεμνε στη Φλωρεντία το κεφάλι ενός μεγάλου καρχαρία, παρατήρησε την εκπληκτική ομοιότητα μεταξύ των οδόντων του ζώου και των επονομαζόμενων «glossopetrae» ή «γλωσσόλιθων» που βρίσκονταν ενσωματωμένοι σε στρώματα βράχων, αντικείμενα για τα οποία οι σύγχρονοί του πίστευαν ότι είτε έπεφταν από τον ουρανό, είτε σχηματίζονταν εντός της γης. Η σύγκριση αυτή τον οδήγησε στη θεμελίωση της ιδέας ότι τα στρώματα των βράχων αντιπροσωπεύουν διαδοχικές χρονικές στιγμές στην ιστορία της Γης [7].
Στο κεντρικό έργο του De solido intra solidum naturaliter contento dissertationis prodromus (1669) [8], ο Steno διατύπωσε τις τέσσερις αρχές που αποτελούν ακόμη τη βάση της στρωματογραφίας: την αρχή της οριζόντιας απόθεσης, την αρχή της πλευρικής συνέχειας, την αρχή της υπέρθεσης (τα παλαιότερα στρώματα βρίσκονται κάτω από τα νεότερα) και την αρχή της διατομής. Με αυτόν τον τρόπο, η Γη απόκτησε για πρώτη φορά μια σα απολιθώματα έπαψαν να είναι απλώς μορφές και έγιναν δείκτες χρόνου. Συντελέστυνεκτική, αναγνώσιμη ιστορία. Τηκε ακριβώς η μετάβαση που περιγράφει ο Foucault: «από έναν κόσμο αναπαράστασης σε έναν κόσμο ιστορικότητας» [2].
Ιστοριογραφικές προβολές και η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας
Κι όμως, η νεότερη ιστοριογραφία ανέτρεψε εκ νέου τη σειρά των πραγμάτων. Αντί να αναγνωρίσει ότι η «ενδογενής θεωρία» είναι προϊόν της Αναγέννησης, την πρόβαλε προς τα πίσω και την απέδωσε στην αρχαιότητα. Έτσι δημιουργήθηκε η ψευδής εικόνα ενός «σκοτεινού» παρελθόντος που δήθεν αγνοούσε τη φύση των απολιθωμάτων, ενώ στην πραγματικότητα η αρχαία σκέψη υπήρξε, σε ορισμένες όψεις, πιο ορθή από μεταγενέστερες θεωρίες [3]. Η ανακατασκευή αυτή δεν αφορούσε μόνο τον Αριστοτέλη: η ιδέα ότι ο Μεσαίωνας ήταν εποχή σκότους για τη γεωλογία αγνοεί τη σημαντική συνεισφορά του Ιμπν Σίνα, του Αλβέρτου Μεγάλου και άλλων, που διατήρησαν και εμπλούτισαν τη γνώση για τα απολιθώματα ακόμη και μέσα σε θεολογικά πλαίσια [4].
Η αναγεννησιακή «episteme», δομημένη γύρω από σχέσεις ομοιότητας, είναι αυτή που παρήγαγε την ιδέα των ανόργανων απολιθωμάτων, ιδέα που δεν αποτελεί κατάλοιπο αρχαίας άγνοιας, αλλά προϊόν της συγκεκριμένη ιστορικής περιόδου. Η ιστορική εξέλιξη της ερμηνείας των απολιθωμάτων αντέστρεψε με τον τρόπο αυτόν το συνηθισμένο αφήγημα προόδου: οι αρχαίοι «έβλεπαν σωστά» τη φύση γύρω τους, αλλά δεν μπορούσαν να τη εντάξουν σε μια εξελικτική αφήγηση. Η Αναγέννηση «έβλεπε λάθος» τη φύση γύρω της, αλλά μέσα σε ένα συνεκτικό σύστημα ιδεών και η νεότερη επιστήμη συνδύασε τελικά και τα δύο.
Αντί επιλόγου
Η ανωτέρω προσέγγιση δεν είναι απλώς ένα φιλολογικό ζήτημα. Αποκαλύπτει ότι η επιστημονική γνώση δεν εξελίσσεται γραμμικά, αλλά μέσα από μετατοπίσεις, επιστροφές και ασυνέχειες. Ακόμη βαθύτερα: αποκαλύπτει ότι η έννοια του τεκμηρίου δεν είναι διαχρονική. Δεν προκύπτει απλώς από την παρατήρηση, αλλά από τη δυνατότητα να ενταχθεί μια μορφή σε ένα σύστημα σχέσεων που περιλαμβάνει τον χρόνο. Τα απολιθώματα δεν «μιλούν» από μόνα τους, αλλά γίνονται φορείς νοήματος μόνο όταν υπάρχει ένα πλαίσιο που τα καθιστά «ικανά να μιλήσουν».
Η ιστορία των απόψεων για τα απολιθώματα είναι μακρά και περίπλοκη και έχει διανύσει μεγάλη απόσταση: από την εμπειρική οξυδέρκεια του Ξενοφάνη και τη φιλοσοφική αυστηρότητα του Αριστοτέλη, στη συστηματική φυσιογνωσία του Ιμπν Σίνα, στην αναγεννησιακή ιδέα της vis plastica και τις συλλογές του Gesner, στις αμηχανίες του Robert Plot μπροστά σε αναπάντητα ερωτήματα και τέλος στην αποφασιστική τομή του Steno. Κι όμως, ορισμένες αφηγήσεις συχνά παρουσιάζουν μόνο τον τελευταίο ή κάποιον ενδιάμεσο κρίκο ως απαρχή.
Για να κατανοήσουμε τη φύση, είτε μέσα από τα απολιθώματα, είτε μέσα από τις ιδέες για τα απολιθώματα θα πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε το παρελθόν και την ιστορία αυτών των ιδεών. Γιατί όπως σωστά ειπώθηκε «η επιστήμη δεν προχωρά μόνο μέσω νέων δεδομένων, προχωρά κυρίως μέσω νέων τρόπων που καθιστούν τα δεδομένα ορατά [2].







