Η άνοδος και η πτώση του όρου «Ανθρωπόκαινο»

Η άνοδος και η πτώση του όρου «Ανθρωπόκαινο»

Λίγες λέξεις κατάφεραν, μέσα σε μόλις είκοσι πέντε χρόνια, να διανύσουν τόσο μεγάλη απόσταση όσο το «Ανθρωπόκαινο»: από νεολογισμό ενός χημικού σε συνέδριο, καθιερώθηκε ως τίτλος τριών επιστημονικών περιοδικών, μετατράπηκε σε βασικό εργαλείο δημοσιογραφικής και πολιτικής συζήτησης για το παγκόσμιο κλίμα και κατέληξε είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, να απορρίπτεται ως επιστημονικός όρος από την καθ΄ ύλην αρμόδια επιτροπή της Γεωεπιστημονικής κοινότητας. O Καθηγητής της Σχολής Μηχανικών Ορυκτών Πόρων του Πολυτεχνείου Κρήτης και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ελληνικής Γεωλογικής Εταιρείας, Εμμανουήλ Μανούτσογλου, αναλύει το πλήρες χρονικό αυτής της (παρ'ολίγον) ονοματοδοσίας.

Η ιδέα ότι ζούμε σε μια ξεχωριστή, ανθρώπινη γεωλογική εποχή δεν είναι καθόλου καινούργια. Η διαμόρφωση του τρόπου με τον οποίο ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τη Γη και το φυσικό της υπόβαθρο αποτελεί προϊόν μιας μακράς φιλοσοφικής και επιστημονικής πορείας, με ρίζες που ανάγονται στον 17ο αιώνα [1].

Στα πρώτα στάδια της Επιστημονικής Επανάστασης, ο Άγγλος φιλόσοφος Francis Bacon (1561-1626) έθεσε τις βάσεις του νεότερου εμπειρισμού, διακηρύσσοντας ότι σκοπός της γνώσης είναι η κυριαρχία και η τιθάσευση της φύσης προς όφελος της ανθρωπότητας. Λίγες δεκαετίες αργότερα, ο Γάλλος φιλόσοφος και μαθηματικός René Descartes (1596-1650) ενίσχυσε αυτή την τάση, εισάγοντας μια μηχανιστική θεώρηση του κόσμου που απογύμνωσε την άβια φύση από κάθε εσωτερική ή πνευματική αξία, μετατρέποντάς την σε ένα απλό, παθητικό υπόβαθρο για τη δράση της ανθρώπινης νόησης.

Έναν αιώνα αργότερα, οι ιδέες αυτές βρήκαν την πληρέστερη έκφρασή τους στο πεδίο της φυσικής ιστορίας μέσω του Γάλλου φυσιοδίφη Georges-Louis Leclerc, Κόμη του Buffon (1707-1788). Στο εμβληματικό του έργο Époques de la nature (1778) [2], το οποίο εξέδωσε στα 71 του χρόνια, ο Buffon επιχείρησε να ανασυνθέσει τη συνολική ιστορία του πλανήτη διακρίνοντας επτά διαδοχικές εποχές που αντανακλούσαν τη σταδιακή ψύξη της Γης. Υιοθετώντας μια δομή που παραλλήλιζε αλληγορικά τη βιβλική αφήγηση της δημιουργίας, ο Buffon τοποθέτησε στην έβδομη και τελευταία εποχή την εμφάνιση του ανθρώπου.

Για τον Buffon, η ανθρώπινη παρουσία σηματοδοτούσε τη στιγμή όπου «η ισχύς του ανθρώπου βοήθησε αυτήν της φύσης», διαμορφώνοντας μια πρώιμη σύλληψη αυτού που σήμερα ορίζεται ως «Ανθρωπόκαινο». Επηρεασμένος από το αισιόδοξο πνεύμα του Διαφωτισμού, ο Buffon θεωρούσε την ατιθάσευτη φύση ατελή, ψυχρή και χαοτική. Κατά τη γνώμη του, οι ανθρώπινες επεμβάσεις, όπως η αποψίλωση των δασών, η αποξήρανση των ελών, η καλλιέργεια της γης και η εξόρυξη των ορυκτών πόρων, δεν αποτελούσαν καταστροφή, αλλά την αναγκαία ολοκλήρωση και βελτίωση του πλανήτη από τον άνθρωπο, ο οποίος στεφόταν ως ο τελικός ρυθμιστής της γήινης εξέλιξης.

Ωστόσο, αυτή η ιστορική αλληλουχία ιδεών, από τον Bacon και τον Descartes στον Buffon, εδραίωσε την βαθιά ανθρωποκεντρική στάση. Η θριαμβευτική βεβαιότητα του 18ου αιώνα για την κυριαρχία του ανθρώπου επί της Γης μετατράπηκε με την πάροδο των αιώνων στη σύγχρονη περιβαλλοντική κρίση, αναδεικνύοντας την ανάγκη να επανεκτιμήσουμε την εγγενή αξία του γεωλογικού κόσμου που υποστηρίζει τη ζωή.

Τον 19ο αιώνα, καθώς η θεϊκή παρέμβαση υποχωρούσε σταδιακά από τη γεωλογική σκέψη, ο Ουαλός γεωλόγος και καθηγητής θεολογίας Thomas Jenkyn πρότεινε το 1854, σε μια σειρά ευρέως διαδεδομένων μαθημάτων γεωλογίας, τον όρο «Ανθρωποζωικό», περιγράφοντας τα πετρώματα της εποχής του ως «βράχους ανθρώπινης ζωής». Τον όρο υιοθέτησε μια δεκαετία αργότερα ο ιρλανδός ιερέας και γεωλόγος Samuel Haughton, ο οποίος στο εγχειρίδιό του Manual of Geology πρότεινε μια πλήρη σειρά ελληνογενών ονομάτων για τις διαδοχικές γεωλογικές εποχές, Μαλακοζωική, Ιχθυοζωική, Σαυροζωική, Μαστοζωική, καταλήγοντας στην «Ανθρωποζωική Εποχή» για την εποχή του ανθρώπου.

Η πιο φιλόδοξη διατύπωση ήρθε λίγο αργότερα από τον ιταλό ιερέα και γεωλόγο Antonio Stoppani, ο οποίος στο τρίτομο έργο του Corso di Geologia περιέγραψε την «Ανθρωποζωική εποχή» ως μια εντελώς «μια νέα τελλουρική (δηλ. γηγενής) δύναμη», «una nuova forza tellurica» ισοδύναμη σε ισχύ με τις μεγαλύτερες φυσικές δυνάμεις του πλανήτη, της οποίας κανείς δεν μπορούσε ακόμη να προβλέψει το τέλος [3]. Ο ίδιος ο Stoppani φαίνεται να επηρεάστηκε από τον Αμερικανό διπλωμάτη George Perkins Marsh, που στο έργο του Man and Nature, είχε ήδη περιγράψει την ανθρώπινη δράση ως φυσική δύναμη ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη κάθε άλλου ζωικού είδους.

Ο Marsh τεκμηρίωνε το επιχείρημα του με ιστορικό παράδειγμα, υποστηρίζοντας ότι η αποψίλωση και η ερήμωση που παρατηρούσε γύρω από τη Μεσόγειο ήταν, σε μεγάλο βαθμό, κληρονομιά της ρωμαϊκής δεσποτείας, της εξοντωτικής φορολογίας, των στρατολογιών και των καταναγκαστικών έργων που ανάγκασαν τους γεωργούς να εγκαταλείψουν τη γη, με αποτέλεσμα την εξαφάνιση των δασών, τη διάβρωση του εδάφους και τη μετατροπή κάποτε εύφορων πεδιάδων σε βάλτους. Ως προς το κατά πόσον τέτοιες τοπικές παρεμβάσεις μεταβάλλουν και το ίδιο το κλίμα, ο Marsh παρέμενε προσεκτικός: αναγνώριζε ότι η καταστροφή των δασών  και η αποστράγγιση επηρεάζουν την υγρασία και τη θερμοκρασία σε τοπικό επίπεδο αλλά ελλείψει αξιόπιστων ιστορικών μετρήσεων, έκρινε εξαιρετικά δύσκολο να βεβαιωθεί αν πρόκειται για μόνιμη, παγκόσμια κλιματική μεταβολή ή απλώς για εξάντληση τοπικά των εδαφών [4].

Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο Ρώσος γεωλόγος Aleksei Pavlov μίλησε για «Ανθρωπογενές σύστημα», ενώ ο Ουκρανός γεωχημικός Vladimir Vernadsky ανέπτυξε την έννοια της «Νοόσφαιρας», της βιόσφαιρας δηλαδή όπως αυτή μεταμορφώνεται από την ανθρώπινη σκέψη. Κανένας από αυτούς τους όρους δεν προκάλεσε ιδιαίτερη συζήτηση εκτός των στενών επιστημονικών κύκλων της εποχής του. Η επικρατούσα άποψη παρέμεινε ότι ο άνθρωπος ήταν ήδη τμήμα του ορισμού του Ολοκαίνου, της εποχής στην οποία, τυπικά, ζούμε από το 1830, όταν ο Charles Lyell την ονόμασε αρχικά «Πρόσφατη» και ο Γάλλος Paul Gervais της δώσει τη σημερινή της ελληνικής ρίζας ονομασία (Holocène) [3].

Η στιγμή που άλλαξε τα πάντα ήρθε το 2000, σε ένα συνέδριο του Διεθνούς Προγράμματος Γεώσφαιρας-Βιόσφαιρας στο Μεξικό. Εκεί, ο Ολλανδός χημικός και νομπελίστας Paul Crutzen, ενοχλημένος από την επίμονη χρήση του όρου «Ολόκαινο» για να περιγράψει τη σημερινή εποχή, φέρεται να διέκοψε έναν ομιλητή λέγοντας πως ζούμε πλέον σε κάτι διαφορετικό: στο «Ανθρωπόκαινο».

Λίγο αργότερα, μαζί με τον βιολόγο Eugene Stoermer, δημοσίευσε το σύντομο αλλά καθοριστικό κείμενο που έδωσε στον όρο την πρώτη του επιστημονική διατύπωση (Lewis & Maslin, 2015). Δύο χρόνια αργότερα, ένα ακόμη πιο σύντομο άρθρο του Crutzen στο περιοδικό Nature, με τίτλο «Γεωλογία της ανθρωπότητας», έδωσε στον όρο τη διεθνή του προβολή. Η χρήση του εκτοξεύθηκε: μέσα σε μία δεκαετία κυκλοφόρησαν τρία αφιερωμένα επιστημονικά περιοδικά -The Anthropocene, The Anthropocene Review και Elementa- ενώ ο όρος πέρασε γρήγορα από τη γεωλογία στην κλιματολογία, την αρχαιολογία, τη φιλοσοφία, την τέχνη και τη δημοσιογραφία [3].

Το 2009 η άνοδος του όρου απέκτησε και θεσμική υπόσταση: συγκροτήθηκε η Ομάδα Εργασίας για το Ανθρωπόκαινο (Anthropocene Working Group, ΑWG), υπό την αιγίδα της Υποεπιτροπής Στρωματογραφίας του Τεταρτογενούς, με αποστολή να εξετάσει αν η πρόταση του Crutzen άντεχε στα αυστηρά τυπικά κριτήρια της γεωλογίας. Για να αναγνωριστεί επίσημα μια νέα εποχή, χρειάζεται μια «χρυσή αιχμή» («golden spike»), δηλαδή το Σημείο και Τομή Παγκόσμιου Στρωματότυπου («Global Stratotype Section and Point», GSSP): ένα συγκεκριμένο, ακριβώς χρονολογημένο σημείο μέσα σε ίζημα, πάγο ή πέτρωμα, όπου καταγράφεται με σαφήνεια μια παγκόσμια, ταυτόχρονη μεταβολή του γήινου συστήματος.

Ο όρος «χρυσή αιχμή» αναφέρεται στα αγγλικά ως «golden spike», μια μεταφορά από την εποχή της σιδηροδρομικής επέκτασης στις ΗΠΑ του 19ου αιώνα, όπου ένα χρυσό καρφί καρφωνόταν στο έδαφος για να σηματοδοτήσει την ολοκλήρωση μιας γραμμής. Στη γεωλογία, ο όρος υιοθετήθηκε για να περιγράψει το συγκεκριμένο σημείο σε ένα γεωλογικό στρώμα που οριοθετεί επίσημα την αρχή μιας νέας γεωλογικής εποχής, περιόδου ή οποιασδήποτε άλλης μονάδας του γεωχρονολογικού διαγράμματος. Μεταφορικά, λοιπόν, το GSSP, μια «χρυσή αιχμή»/«golden spike»,  σηματοδοτεί το «τέρμα» μιας γεωλογικής εποχής και την αφετηρία της επόμενης.

Η αναζήτηση αυτής της αιχμής αποδείχθηκε πολύ πιο περίπλοκη απ' όσο αρχικά υποτέθηκε, καθώς η «χρυσή αιχμή» δεν μπορεί να οριστεί αυθαίρετα από μια επιτροπή. Πρέπει να εντοπίζεται σε πραγματικά, φυσικά αρχεία, όπως  σε στρώματα ιζημάτων, σε πυρήνες πάγου ή και σε δακτυλίους δέντρων και να πληροί αυστηρά κριτήρια: η μεταβολή που σηματοδοτεί πρέπει να είναι παγκόσμιας εμβέλειας, να εμφανίζεται σχεδόν ταυτόχρονα σε κάθε ήπειρο και να διακρίνεται με σαφήνεια από το προηγούμενο γεωλογικό όριο, χωρίς αμφιβολία για το πού τελειώνει η μια εποχή και πού αρχίζει η επόμενη.

Μια εκτενής επισκόπηση των Lewis και Maslin, δημοσιευμένη στο περιοδικό Nature το 2015, εξέτασε δεκάδες υποψήφιες θέσεις/αφετηρίες (Πίνακας 1, [3]), από τη χρήση της φωτιάς στην Παλαιολιθική έως τη διάδοση της γεωργίας και την αρχή της Βιομηχανικής Επανάστασης, προκειμένου να εντοπιστεί μια τέτοια «χρυσή αιχμή» και κατέληξε ότι μόλις δύο πληρούσαν πραγματικά τα τυπικά κριτήρια: το 1610, όταν μια απότομη πτώση του CO₂ στον ανταρκτικό πάγο συνδέεται με την αναδάσωση εκατομμυρίων εκταρίων μετά τον δημογραφικό αφανισμό των αυτοχθόνων πληθυσμών της Αμερικής στον απόηχο της αποικιοκρατικής κατάκτησης και το 1964, όταν μια αιχμή ραδιενεργού άνθρακα-14 από τις πυρηνικές δοκιμές αποτυπώνεται καθαρά στους ετήσιους δακτυλίους δέντρων σε όλο τον πλανήτη.

Τελικά, η ίδια η Ομάδα Εργασίας προτίμησε μια τρίτη, συγγενική λύση: αφετηρία γύρω στο 1950, με «χρυσή αιχμή» σε ιζήματα της λίμνης Crawford στο Οντάριο του Καναδά, συνδεδεμένη με τη ραδιενεργό εναπόθεση των πυρηνικών δοκιμών και με τη λεγόμενη «Μεγάλη Επιτάχυνση» («Great Acceleration») της βιομηχανικής παραγωγής, της κατανάλωσης και της παγκοσμιοποίησης [3]. Για τον ακριβή προσδιορισμό αυτής της αφετηρίας, η Ομάδα Εργασίας για το Ανθρωπόκαινο (AWG) αξιολόγησε συνολικά δώδεκα υποψήφιες τοποθεσίες σε ολόκληρο τον πλανήτη (Πίνακας 2, Εικόνα 1, [5]).

Οι θέσεις αυτές καλύπτουν ποικίλα γεωλογικά και περιβαλλοντικά αρχεία -από λιμναία ιζήματα και παγοστρώματα έως κοραλλιογενείς υφάλους, θαλάσσιες λεκάνες και σπηλαιόθεμα- καταγράφοντας την προτεινόμενη ημερομηνία έναρξης (κοντά στα μέσα του 20ού αιώνα), το πάχος των στρωμάτων, καθώς και τους συγκεκριμένους χημικούς, βιοτικούς ή ραδιενεργούς δείκτες (όπως 239Pu, 14C και σφαιρικά σωματίδια τέφρας) που αποτυπώνουν την ανθρώπινη επίδραση [5].

Η πτώση ήρθε απότομα. Τον Μάρτιο του 2024, η Υποεπιτροπή Στρωματογραφίας του Τεταρτογενούς απέρριψε, με ισχυρή πλειοψηφία, την ίδια την πρόταση που η δική της Ομάδα Εργασίας είχε επεξεργαστεί επί δεκαπέντε χρόνια [6]. Η απόφαση επικυρώθηκε λίγες ημέρες αργότερα από τη Διεθνή Ένωση Γεωλογικών Επιστημών, τον ανώτατο θεσμικό φορέα του κλάδου.

Τα ισχυρά επιχειρήματα της πλειοψηφίας για την απόρριψη αφορούσαν κυρίως τρία ζητήματα: πρώτον, το εξαιρετικά σύντομο χρονικό βάθος της προτεινόμενης εποχής, μόλις εβδομήντα με ογδόντα χρόνια, ένα κλάσμα δευτερολέπτου στην κλίμακα των 4,6 δισεκατομμυρίων ετών της γήινης εξέλιξης και δεύτερον, την άποψη ότι η επίσημη αναγνώριση θα μετέτρεπε τη γεωλογία, από περιγραφική επιστήμη του παρελθόντος, σε εργαλείο πολιτικής προειδοποίησης για το μέλλον. Τρίτον, η πλειοψηφία θεώρησε ότι η ανθρώπινη επίδραση είναι εγγενώς διαχρονική (diachronous), δηλαδή δεν εμφανίστηκε απότομα σε ένα συγκεκριμένο σημείο, αλλά εξελίχθηκε σταδιακά σε διαφορετικές περιοχές και χρονικές στιγμές και συνεπώς δεν μπορεί να οριοθετηθεί με μια «χρυσή αιχμή».

Είχε ήδη επισημανθεί, άλλωστε, πως η επιλογή οποιασδήποτε αφετηρίας για το Ανθρωπόκαινο δεν είναι ποτέ ουδέτερη τεχνική λεπτομέρεια: μια πρώιμη ημερομηνία «κανονικοποιεί» πολιτικά την περιβαλλοντική αλλαγή, ενώ μια μεταγενέστερη, βιομηχανικής προέλευσης ημερομηνία αποδίδει ιστορικές ευθύνες σε συγκεκριμένες χώρες και περιφέρειες [3].

Η διατήρηση του Ολοκαίνου ως της επίσημης γεωλογικής μας εποχής δεν συνιστά υποτίμηση των αλλαγών που παρατηρούνται σε διάφορά σημεία του πλανήτη, αλλά περιφρούρηση των κανόνων της στρωματογραφίας. Η ουσία της απόφασης των εμπειρογνωμόνων έγκειται στο ότι η ανθρώπινη μεταμόρφωση της Γης δεν εκδηλώθηκε ακαριαία το 1950, αλλά αποτελεί μια εγγενώς διαχρονική και σταδιακή διαδικασία χιλιάδων ετών, με διαφορετική αφετηρία σε κάθε περιοχή του πλανήτη.

Για τη γεωλογική ταξινόμηση, το «Ανθρωπόκαινο» περιγράφει την πραγματικότητα πολύ πληρέστερα ως ένα ευρύ γεωλογικό συμβάν (geological event), ανάλογο με τις μεγάλες μεταβολές της βιόσφαιρας στο παρελθόν, παρά ως μια αυστηρά περιχαρακωμένη «εποχή» μόλις λίγων δεκαετιών, η οποία στερείται το απαιτούμενο χρονικό βάθος στο φυσικό αρχείο των πετρωμάτων. Συνεπώς, η απόρριψη της επισημοποίησης στη Γεωχρονολογική Κλίμακα περιορίζεται αυστηρά στους κανόνες ονοματοδοσίας που χρησιμοποιούν όχι κοινωνικά, ούτε πολιτικά, αλλά αυστηρώς επιστημονικά κριτήρια, ακολουθώντας τις νομοτέλειες και τους κανόνες της Στρωματογραφίας

Βιβλιογραφία

[1] https://rawmathub.gr/must-read-articles/oi-filosofikes-katagoges-tis-afonis-geopoikilotitas
[2] Buffon, G.-L. L. (1778). Les Époques de la Nature. Paris: Imprimerie Royale, https://archive.org/details/b28758882/page/n3/mode/2up
[3] Lewis, S. L. και Maslin, M. A. (2015), Defining the Anthropocene, Nature, 519(7542), σσ. 171–180, https://doi.org/10.1038/nature14258
[4] Marsh, G. P. (1864) Man and Nature; or, Physical Geography as Modified by Human Action. Νέα Υόρκη: Charles Scribner, https://www.gutenberg.org/files/37957/37957-h/37957-h.htm
[5] Rull, V. (2024), The “Anthropocene”: alea iacta est, EMBO Reports, 25(3), σσ. 939–943, https://doi.org/10.1038/s44319-024-00065-1
[6] Witze, A. (2024). It’s final: the Anthropocene is not an epoch, despite protest over vote. Nature, 627(8005), 708–709, https://doi.org/10.1038/d41586-024-00826-x

Εικόνα εξωφύλλου: https://theanthropocene.org/education/

Must Reads
foolwo rawmathub.gr on Google News
Image

Έγκυρη ενημέρωση για την αξιακή αλυσίδα των raw materials

NEWSLETTER