Η Ευρωπαϊκή Ένωση ετοιμάζεται για μια νέα, πιο επιθετική βιομηχανική στρατηγική στον κρίσιμο τομέα των ημιαγωγών. Μετά την πρώτη φάση του European Chips Act, που στόχευε κυρίως στην ενίσχυση της παραγωγικής ικανότητας της Ευρώπης, οι Βρυξέλλες προχωρούν πλέον σε μια ευρύτερη επανεκκίνηση της πολιτικής τους. Το νέο πλαίσιο, γνωστό ως Chips Act 2.0, δεν περιορίζεται στην αύξηση της παραγωγής μικροτσίπ αλλά επιχειρεί να δημιουργήσει μια πλήρη ευρωπαϊκή αλυσίδα αξίας, από τις πρώτες ύλες και τον σχεδιασμό έως την προηγμένη συσκευασία, τις εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης και την τελική βιομηχανική χρήση.
Η αλλαγή κατεύθυνσης έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η παγκόσμια ζήτηση για ημιαγωγούς αυξάνεται με ταχύ ρυθμό. Η τεχνητή νοημοσύνη, τα data centers, η αυτοκινητοβιομηχανία, η άμυνα, οι τηλεπικοινωνίες και οι πράσινες τεχνολογίες χρειάζονται όλο και περισσότερα και πιο εξειδικευμένα τσιπ. Για την Ευρώπη, το ζήτημα δεν είναι πλέον μόνο οικονομικό. Είναι θέμα τεχνολογικής κυριαρχίας, βιομηχανικής ασφάλειας και γεωπολιτικής αυτονομίας.
Η πρώτη εκδοχή του Chips Act είχε θέσει ως στόχο η ΕΕ να φτάσει το 20% της παγκόσμιας παραγωγής ημιαγωγών έως το 2030. Ωστόσο, η πορεία αποδείχθηκε πιο δύσκολη από τις αρχικές προσδοκίες. Η καθυστέρηση μεγάλων επενδύσεων, οι υψηλές ενεργειακές απαιτήσεις, ο διεθνής ανταγωνισμός για επιδοτήσεις και η απόφαση μεγάλων εταιρειών να επανεξετάσουν τα ευρωπαϊκά τους σχέδια έδειξαν ότι η απλή ανακοίνωση χρηματοδότησης δεν αρκεί. Η Ευρώπη χρειάζεται ταχύτερη εκτέλεση, καλύτερο συντονισμό και πιο καθαρή σύνδεση ανάμεσα στη ζήτηση και την παραγωγή. Αυτό ακριβώς επιχειρεί να διορθώσει η νέα προσέγγιση.
Το Chips Act 2.0 δίνει μεγαλύτερη έμφαση στη δημιουργία εγγυημένης ζήτησης για ευρωπαϊκά τσιπ. Η λογική είναι ότι οι επενδύσεις σε εργοστάσια και τεχνολογικές υποδομές γίνονται πιο ελκυστικές όταν οι εταιρείες γνωρίζουν ότι θα υπάρχουν πελάτες, συμβόλαια και σταθερές αγορές. Γι’ αυτό εξετάζονται εργαλεία όπως οι δημόσιες προμήθειες, οι μακροπρόθεσμες συμφωνίες αγοράς και η καλύτερη αξιοποίηση στρατηγικών κλάδων, όπως η άμυνα, η ενέργεια, οι μεταφορές και η τεχνητή νοημοσύνη.
Παράλληλα, η ΕΕ θέλει να μειώσει τη γραφειοκρατία και να επιταχύνει τις εγκρίσεις. Η μέχρι σήμερα εμπειρία έδειξε ότι οι βιομηχανικές επενδύσεις υψηλής τεχνολογίας δεν μπορούν να περιμένουν αργές διαδικασίες, όταν οι ΗΠΑ και η Ασία κινούνται με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα. Για αυτό το νέο πλαίσιο αναμένεται να δώσει μεγαλύτερο βάρος σε γρήγορες αδειοδοτήσεις, πιο ευέλικτη κρατική ενίσχυση και καλύτερο συντονισμό ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα κράτη μέλη και τη βιομηχανία.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η σύνδεση των ημιαγωγών με τις κρίσιμες πρώτες ύλες. Χωρίς σταθερή πρόσβαση σε υλικά, εξοπλισμό, χημικά υψηλής καθαρότητας και εξειδικευμένα εξαρτήματα, η Ευρώπη δεν μπορεί να αποκτήσει πραγματική αυτονομία. Η στρατηγική των τσιπ, επομένως, συνδέεται άμεσα με την πολιτική για τις κρίσιμες πρώτες ύλες, την ανακύκλωση, την ασφάλεια εφοδιασμού και τις διεθνείς συνεργασίες με αξιόπιστους εταίρους. Το στοίχημα είναι μεγάλο.
Αν η Ευρώπη κινηθεί γρήγορα, μπορεί να αποκτήσει ισχυρότερη θέση σε μια αγορά που θα καθορίσει την επόμενη δεκαετία. Αν όμως μείνει στις εξαγγελίες, κινδυνεύει να παραμείνει εξαρτημένη από τρίτες χώρες για τις τεχνολογίες που θα στηρίζουν την οικονομία, την άμυνα και την πράσινη μετάβαση. Το Chips Act 2.0 δείχνει ότι οι Βρυξέλλες έχουν αντιληφθεί το πρόβλημα. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτή τη φορά η Ευρώπη θα μπορέσει να περάσει από τη στρατηγική στην εκτέλεση.







