Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση της εταιρείας, ο κλάδος αλουμινίου κατέγραψε όγκους πωλήσεων 227 χιλ. τόνων, αυξημένους κατά 7,0%. Βασικοί μοχλοί ανάπτυξης ήταν η άκαμπτη συσκευασία και η σημαντική διεύρυνση των εφαρμογών στον τομέα των μεταφορών.
Στον κλάδο χαλκού, οι όγκοι πωλήσεων ανήλθαν σε 91 χιλ. τόνους, παρουσιάζοντας αύξηση 0,6%. Ωστόσο, το συγκεκριμένο ποσοστό δεν αποτυπώνει πλήρως τις ουσιαστικές μεταβολές στο προϊοντικό χαρτοφυλάκιο. Η ανάπτυξη στις εφαρμογές ενέργειας, βιομηχανίας και HVAC&R συνοδεύτηκε από τη στρατηγική μείωση της παραγωγής προϊόντων διέλασης ορειχάλκου με χαμηλότερα περιθώρια κέρδους.
Όπως επισημαίνεται στην ανακοίνωση, ο πόλεμος στον Κόλπο επηρέασε σημαντικά τις αγορές ενέργειας και πρώτων υλών, χωρίς, ωστόσο, να έχει ουσιώδη επίδραση στη δραστηριότητα του Ομίλου. Η βασική επίπτωση ήταν η διατήρηση των τιμών του αλουμινίου σε υψηλά επίπεδα.
Παράλληλα, οι αμερικανικοί δασμοί βάσει του Section 232, οι οποίοι έχουν πλέον αυξηθεί στο 50% τόσο για το αλουμίνιο όσο και για τον χαλκό, συνέχισαν να ανακατευθύνουν τις παγκόσμιες εμπορικές ροές, χωρίς να επηρεάσουν τη θέση του Ομίλου στην αγορά των ΗΠΑ. Ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα, CBAM, ο οποίος τέθηκε σε πλήρη εφαρμογή την 1η Ιανουαρίου, δεν προκάλεσε ουσιώδεις μεταβολές στις συνθήκες της αγοράς.
Οι διεθνείς τιμές των μετάλλων εξακολούθησαν να αποτελούν καθοριστικό παράγοντα για τα οικονομικά μεγέθη του Ομίλου κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026. Η τιμή του χαλκού κινήθηκε σε ιστορικά υψηλά επίπεδα τον Μάιο, καθώς οι περιορισμοί στην προσφορά συνέπεσαν με ισχυρή ζήτηση. Παρότι υποχώρησε από τα υψηλά της προς το τέλος της περιόδου, η μέση τιμή του εξαμήνου διαμορφώθηκε στα 11.212 ευρώ ανά τόνο, έναντι 8.641 ευρώ ανά τόνο το πρώτο εξάμηνο του 2025.
Η τιμή του αλουμινίου ακολούθησε σταθερά ανοδική πορεία, με την άνοδο να εντείνεται τον Μάρτιο, όταν το κλείσιμο χυτηρίων στον Κόλπο συνέπεσε με τα ήδη χαμηλά επίπεδα αποθεμάτων στο LME. Η μέση τιμή διαμορφώθηκε στα 2.897 ευρώ ανά τόνο, έναντι 2.331 ευρώ ανά τόνο την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Αντίστοιχα, η μέση τιμή του ψευδαργύρου ανήλθε σε 2.871 ευρώ ανά τόνο, από 2.516 ευρώ ανά τόνο το πρώτο εξάμηνο του προηγούμενου έτους.
Η λειτουργική κερδοφορία του Ομίλου ενισχύθηκε, με το αναπροσαρμοσμένο EBITDA, a-EBITDA, να αυξάνεται κατά 6,6% και να διαμορφώνεται στα 143,3 εκατ. ευρώ, έναντι 134,4 εκατ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο του 2025. Η αύξηση των όγκων πωλήσεων και η βελτίωση του προϊοντικού μείγματος συνέβαλαν θετικά στη λειτουργική κερδοφορία, αντισταθμίζοντας εν μέρει τις πληθωριστικές πιέσεις στα λοιπά κόστη παραγωγής, καθώς και τις πιέσεις στις τιμές πώλησης ορισμένων προϊοντικών κατηγοριών.
Σε αυτό το περιβάλλον, η αυξημένη συμμετοχή προϊόντων υψηλότερης προστιθέμενης αξίας στο χαρτοφυλάκιο του Ομίλου αποτέλεσε βασικό παράγοντα στήριξης της κερδοφορίας. Το λογιστικό αποτέλεσμα μετάλλου διαμορφώθηκε σε κέρδος 78,0 εκατ. ευρώ, έναντι κέρδους 7,1 εκατ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο του 2025. Η εξέλιξη αυτή ενίσχυσε το ενοποιημένο EBITDA κατά 52,1%, στα 211,5 εκατ. ευρώ.
Το κεφάλαιο κίνησης αυξήθηκε κατά 39,3 εκατ. ευρώ σε σχέση με το τέλος του 2025 και διαμορφώθηκε στα 596,2 εκατ. ευρώ. Παρά τη σημαντική άνοδο των τιμών των μετάλλων κατά τη διάρκεια της περιόδου, η αύξηση παρέμεινε περιορισμένη, γεγονός που αποδίδεται στην αποτελεσματική διαχείριση των αποθεμάτων και των εμπορικών απαιτήσεων. Σε ετήσια βάση, σε σύγκριση δηλαδή με το πρώτο εξάμηνο του 2025, ο Όμιλος διατήρησε αισθητά χαμηλότερο επίπεδο κεφαλαίου κίνησης, παρά τις σημαντικά υψηλότερες τιμές των μετάλλων.
Οι κεφαλαιουχικές δαπάνες ανήλθαν σε 56 εκατ. ευρώ και κατευθύνθηκαν σε στοχευμένες λειτουργικές βελτιώσεις και στους δύο κλάδους δραστηριότητας. Παράλληλα, οι ισχυρές λειτουργικές ταμειακές ροές κάλυψαν πλήρως τις ανάγκες σε κεφάλαιο κίνησης, τις επενδυτικές δαπάνες και τη διανομή του μερίσματος.
Ως αποτέλεσμα, ο καθαρός δανεισμός μειώθηκε στα 547,9 εκατ. ευρώ στις 30 Ιουνίου 2026, από 605,3 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2025 και 629,5 εκατ. ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα. Σε ετήσια βάση, η μείωση ανήλθε σε 81,6 εκατ. ευρώ. Τα καθαρά χρηματοοικονομικά έξοδα περιορίστηκαν κατά 3,5%, στα 17,3 εκατ. ευρώ, αντανακλώντας τόσο τη μείωση των επιτοκίων όσο και την αποκλιμάκωση του δανεισμού. Τα ενοποιημένα κέρδη μετά από φόρους ανήλθαν σε 128,9 εκατ. ευρώ, έναντι 74,1 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Τέλος, τα κέρδη που αναλογούν στους μετόχους διαμορφώθηκαν σε 123,6 εκατ. ευρώ ή 0,3299 ευρώ ανά μετοχή, έναντι 70,9 εκατ. ευρώ ή 0,1891 ευρώ ανά μετοχή το πρώτο εξάμηνο του 2025.
Έγκυρη ενημέρωση για την αξιακή αλυσίδα των raw materials