Η Ευρωπαϊκή Ένωση προωθεί μια νέα πρωτοβουλία, την ονομασία Construction Services Act, για τις κατασκευαστικές εργασίες, τον χωροταξικό σχεδιασμό και τις υποδομές. Η πρωτοβουλία αυτή δεν αφορά άμεσα τα ίδια τα δομικά προϊόντα, αλλά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο οι κατασκευαστικές εταιρείες, οι εργολάβοι, οι εγκαταστάτες, οι τεχνίτες και οι μηχανικοί μπορούν να παρέχουν υπηρεσίες μέσα στην Ενιαία Αγορά της Ε.Ε.
Στόχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι να περιοριστούν τα εμπόδια που σήμερα δυσκολεύουν μια επιχείρηση του κατασκευαστικού κλάδου να δραστηριοποιηθεί σε άλλο κράτος-μέλος, ιδίως όταν πρόκειται για διασυνοριακές εργασίες, έργα σε παραμεθόριες περιοχές ή εξειδικευμένες εγκαταστάσεις. Η δημόσια διαβούλευση για την πρωτοβουλία είχε προθεσμία έως τις 20 Απριλίου 2026, γεγονός που δείχνει ότι το κείμενο βρίσκεται ακόμη σε στάδιο διαμόρφωσης και εκτίμησης επιπτώσεων, όχι σε τελική νομοθετική μορφή.
Η σημασία της πρωτοβουλίας γίνεται σαφέστερη αν δούμε το μέγεθος του κλάδου. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι κατασκευαστικές εργασίες αντιστοιχούν περίπου στο 6,1% του ΑΕΠ της Ε.Ε. και στο 7,3% της απασχόλησης, ενώ το ευρύτερο κατασκευαστικό οικοσύστημα συνδέεται με ακόμη μεγαλύτερο μερίδιο της ευρωπαϊκής οικονομίας. Παρ’ όλα αυτά, η πραγματική διασυνοριακή δραστηριότητα στις κατασκευαστικές υπηρεσίες παραμένει πολύ περιορισμένη.
Σε σχετική ενημέρωση αναφέρεται ότι η διασυνοριακή δραστηριότητα στον κατασκευαστικό τομέα εκτιμάται μόλις στο 1%, παρά το μεγάλο οικονομικό βάρος του κλάδου. Αυτό σημαίνει ότι, στην πράξη, η Ενιαία Αγορά λειτουργεί πολύ πιο αδύναμα στις κατασκευές από ό,τι σε άλλους τομείς. Το βασικό πρόβλημα που επιχειρεί να αντιμετωπίσει το Construction Services Act είναι ο κατακερματισμός των εθνικών κανόνων. Κάθε χώρα έχει διαφορετικές απαιτήσεις για άδειες, πιστοποιήσεις, επαγγελματικά προσόντα, υγεία και ασφάλεια, ενεργειακή απόδοση, περιβαλλοντικές προδιαγραφές, πρόσβαση σε εργοτάξια, δημόσιες συμβάσεις και εργασιακές διαδικασίες.
Σε πολλές περιπτώσεις, μια εταιρεία που είναι νόμιμα αδειοδοτημένη στη χώρα της δεν μπορεί εύκολα να αναλάβει έργο σε άλλο κράτος-μέλος χωρίς πρόσθετες διαδικασίες, νέες δηλώσεις, τοπικές πιστοποιήσεις ή αναγνώριση προσόντων. Για μεγάλους ομίλους αυτό είναι κόστος που μπορεί να απορροφηθεί. Για μικρομεσαίες επιχειρήσεις, όμως, λειτουργεί συχνά ως απαγορευτικό εμπόδιο. Η πρωτοβουλία συνδέεται με τη γενικότερη στρατηγική της Ε.Ε. για την ενίσχυση της Ενιαίας Αγοράς.
Η Επιτροπή έχει εντοπίσει μια σειρά από σοβαρά εμπόδια, γνωστά ως «Terrible Ten», μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η δύσκολη ίδρυση και λειτουργία επιχειρήσεων σε άλλα κράτη, η περιορισμένη αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων, οι καθυστερήσεις στην τυποποίηση, οι αποκλίσεις στους εθνικούς κανόνες υπηρεσιών και οι διοικητικές δυσκολίες για την προσωρινή απόσπαση εργαζομένων.
Οι κατασκευές θεωρούνται ένας από τους τομείς όπου αυτά τα εμπόδια έχουν ιδιαίτερα πρακτική και οικονομική επίδραση. Για τον κατασκευαστικό κλάδο, μια πιθανή θετική συνέπεια είναι η ευκολότερη πρόσβαση σε έργα εκτός εθνικών συνόρων. Μια ελληνική τεχνική εταιρεία, για παράδειγμα, θα μπορούσε θεωρητικά να έχει πιο απλή διαδικασία για να συμμετάσχει σε έργα στην Κύπρο, στη Βουλγαρία, στην Ιταλία ή σε άλλη χώρα της Ε.Ε., εφόσον πληροί ήδη αναγνωρισμένα κριτήρια στη χώρα προέλευσης της.
Αντίστοιχα, εξειδικευμένοι εγκαταστάτες σε τομείς όπως ενεργειακές αναβαθμίσεις, ΑΠΕ, αντλίες θερμότητας, μονώσεις, βιομηχανικές εγκαταστάσεις ή τεχνικά έργα θα μπορούσαν να κινηθούν ευκολότερα σε αγορές με υψηλή ζήτηση. Αυτό θα μπορούσε να αυξήσει τον ανταγωνισμό, να μειώσει καθυστερήσεις σε έργα και να βοηθήσει την Ευρώπη να επιταχύνει επενδύσεις σε κατοικίες, υποδομές και ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η επίδραση στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Σήμερα, πολλές ΜΜΕ του κλάδου παραμένουν τοπικές όχι επειδή δεν έχουν τεχνική ικανότητα, αλλά επειδή η γραφειοκρατία, η γλωσσική και διοικητική πολυπλοκότητα, οι άγνωστες απαιτήσεις και οι τοπικές πιστοποιήσεις κάνουν τη διασυνοριακή δραστηριότητα δυσανάλογα δύσκολη.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τονίζει ότι τα εμπόδια αυτά είναι ιδιαίτερα έντονα στις παραμεθόριες περιοχές, όπου μια επιχείρηση μπορεί να βρίσκεται γεωγραφικά κοντά σε άλλη αγορά, αλλά θεσμικά να αντιμετωπίζει υψηλό κόστος εισόδου. Η μείωση της ρυθμιστικής κατακερματισμένης εικόνας θα μπορούσε να επιτρέψει σε μικρότερες εταιρείες να αναζητήσουν έργα πέρα από την εθνική αγορά τους.
Ωστόσο, το Construction Services Act δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως απλή «απελευθέρωση» χωρίς όρια. Ο κατασκευαστικός κλάδος έχει ιδιαιτερότητες που δεν υπάρχουν σε άλλες υπηρεσίες. Τα έργα εκτελούνται σε συγκεκριμένο τόπο, επηρεάζουν την ασφάλεια ανθρώπων, συνδέονται με τοπικούς κανονισμούς δόμησης, σεισμικές απαιτήσεις, κλιματικές συνθήκες, ασφαλιστικές ευθύνες, πολεοδομικούς κανόνες και εθνικά πρότυπα.
Η FIEC, η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία της Κατασκευαστικής Βιομηχανίας, έχει επισημάνει ότι η πλήρης εναρμόνιση τεχνικών προτύπων δεν είναι ρεαλιστική, ακριβώς επειδή οι χώρες έχουν διαφορετικά νομικά συστήματα, κατασκευαστικές πρακτικές, κλιματικές συνθήκες και κανόνες ευθύνης. Επίσης, υποστηρίζει ότι η αναγνώριση πιστοποιήσεων και προσόντων δεν πρέπει να οδηγήσει σε χαμηλότερα πρότυπα υγείας, ασφάλειας και ποιότητας. Άρα, το κρίσιμο ζήτημα είναι η ισορροπία. Από τη μία πλευρά, η Ευρώπη θέλει λιγότερη γραφειοκρατία, ταχύτερες διαδικασίες και μεγαλύτερη κινητικότητα επιχειρήσεων και εργαζομένων. Από την άλλη, οι κατασκευές δεν μπορούν να λειτουργήσουν με πλήρη αποσύνδεση από τους τοπικούς κανόνες. Δεν είναι το ίδιο να παρέχει κανείς μια ψηφιακή υπηρεσία εξ αποστάσεως και το ίδιο να κατασκευάζει ένα κτίριο, μια γέφυρα, ένα βιομηχανικό έργο ή μια εγκατάσταση υψηλής ενεργειακής απαίτησης.
Το ζητούμενο δεν είναι να καταργηθούν οι εθνικοί κανόνες, αλλά να αποφεύγονται οι αδικαιολόγητες διπλές απαιτήσεις, οι περιττές δηλώσεις και η μη αναγνώριση ισοδύναμων προσόντων. Η πρωτοβουλία συνδέεται επίσης με την ψηφιοποίηση του κλάδου. Η Ε.Ε. ήδη προωθεί εργαλεία όπως το Ψηφιακό Διαβατήριο Προϊόντος στο πλαίσιο του αναθεωρημένου Κανονισμού Δομικών Προϊόντων, ενώ παράλληλα δίνεται έμφαση σε πιο σύγχρονες διαδικασίες, καλύτερα δεδομένα δεξιοτήτων και μελλοντικές πολιτικές για το ανθρώπινο δυναμικό των κατασκευών. Αυτές οι εξελίξεις δείχνουν ότι η ευρωπαϊκή πολιτική δεν βλέπει πλέον τις κατασκευές μόνο ως παραδοσιακό κλάδο, αλλά ως στρατηγικό πεδίο για παραγωγικότητα, πράσινη μετάβαση, κατοικία, υποδομές και βιομηχανική ανταγωνιστικότητα.
Για την Ελλάδα, η πρωτοβουλία μπορεί να έχει διπλή σημασία. Από τη μία, ελληνικές τεχνικές εταιρείες, μελετητικά σχήματα και εξειδικευμένοι εγκαταστάτες θα μπορούσαν να αποκτήσουν ευκολότερη πρόσβαση σε ευρωπαϊκά έργα, ιδίως σε αγορές όπου υπάρχει ανάγκη για ενεργειακές αναβαθμίσεις, τουριστικές υποδομές, δημόσια έργα και ανακαινίσεις. Από την άλλη, η ελληνική αγορά θα γίνει πιο ανοιχτή σε ανταγωνισμό από εταιρείες άλλων κρατών-μελών. Αυτό μπορεί να πιέσει προς καλύτερη οργάνωση, πιστοποιήσεις, ψηφιακές διαδικασίες, συμμόρφωση με ευρωπαϊκά πρότυπα και επαγγελματικότερη διαχείριση έργων.
Συμπερασματικά, το Construction Services Act αποτελεί μια προσπάθεια να μεταφερθεί η λογική της Ενιαίας Αγοράς πιο ουσιαστικά στον κατασκευαστικό κλάδο. Αν εφαρμοστεί σωστά, μπορεί να μειώσει γραφειοκρατικά εμπόδια, να ενισχύσει τις ΜΜΕ, να αυξήσει τον ανταγωνισμό και να επιταχύνει έργα που σχετίζονται με στέγαση, υποδομές και ενεργειακή μετάβαση. Αν όμως σχεδιαστεί πρόχειρα, υπάρχει κίνδυνος σύγκρουσης με εθνικούς κανόνες ασφάλειας, τεχνικής ευθύνης και ποιότητας. Το τελικό ζητούμενο είναι μια πιο ανοικτή αλλά όχι απορρυθμισμένη ευρωπαϊκή αγορά κατασκευών: λιγότερη περιττή γραφειοκρατία, περισσότερη διαφάνεια, καλύτερη αναγνώριση προσόντων και ταυτόχρονα διατήρηση υψηλών τεχνικών και εργασιακών προτύπων.






