Ο Bernd Schäfer, CEO της EIT RawMaterials και επικεφαλής της European Raw Materials Alliance (ERMA), υπογραμμίζει την ανάγκη για μια γενική στρατηγική και επείγουσα δράση για να διασφαλιστεί το μέλλον του στρατηγικού τομέα των πρώτων υλών της Ευρώπης και ο ρόλος του στην πράσινη και ψηφιακή μετάβαση.
Η Ευρώπη βρίσκεται σε μια εποχή καμπής από την άποψη των πρώτων υλών. Η πανδημία COVID-19 έχει διαταράξει τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού, προκαλώντας ελλείψεις σε ένα ευρύ φάσμα πρώτων υλών στρατηγικής σημασίας για την εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας. Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει επιδεινώσει τα ζητήματα ανταγωνιστικότητας του εξορυκτικού κλάδου σε παγκόσμιο επίπεδο λόγω των αυξανόμενων τιμών της ενέργειας.
Σε αυτό το πλαίσιο, προστίθεται και η ανησυχητικά αυξανόμενη και διαφαινόμενη ως μάλλον μακροπρόθεσμη εξάρτηση της Ε.Ε από τις εισαγωγές πρώτων υλών. Η Ευρώπη έχει καθυστερήσει να συνειδητοποιήσει το γεγονός ότι ορισμένες πρώτες ύλες είναι πράγματι κρίσιμες – κρίσιμες λόγω της σπανιότητας τους αλλά όλο και περισσότερο λόγω της σημασίας τους για την ευρωπαϊκή βιωσιμότητα και τις φιλοδοξίες της ηγετών της βιομηχανικής επανάστασης.
Οι πρώτες ύλες είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο βασίζεται μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής βιομηχανίας αλλά και της συνολικής ευημερίας, και χωρίς πρόσβαση σε προσιτές, βιώσιμες πρώτες ύλες, η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία δεν μπορεί να επιτευχθεί. Για να δείξουμε μερικές από τις αιτίες και τις συνέπειες της υπερβολικής εξάρτησης της Ε.Ε από τις εισαγωγές πρώτων υλών και τον κίνδυνο που αυτό προκαλεί, αρκεί να εξετάσουμε την πρόσφατη κρίση εφοδιασμού στη βιομηχανία μαγνησίου και την ανησυχητική της επίδραση, κυριολεκτικά σαν χιονοστιβάδα, σε συναφείς τομείς.
Το μαγνήσιο είναι ένα βασικό κραματικό στοιχείο για τη βιομηχανία αλουμινίου και χάλυβα όπως και στα χυτήρια. Για παράδειγμα, το κράμα αλουμινίου που περιέχει μαγνήσιο χρησιμοποιείται σε μεγάλο βαθμό στην αυτοκινητοβιομηχανία και στις κατασκευές αλλά και σε καθημερινά προϊόντα όπως οι συσκευασίες. Στη δεκαετία του 1990, η Κίνα άρχισε να διοχετεύει στην αγορά, παράνομα, μαγνήσιο χαμηλού κόστους. Έτσι, μέχρι το 2001, το τελευταίο ευρωπαϊκό εργοστάσιο μαγνησίου είχε κλείσει και η ευρωπαϊκή αλυσίδα αξίας του μαγνησίου είχε καταρρεύσει. Με πάνω από το 93% της ζήτησης να εξαρτάται σήμερα από κινεζικές εισαγωγές, η Ευρώπη βρίσκεται σε θέση σχεδόν πλήρους εξάρτησης. Συνεπώς όταν η παραγωγή στην Κίνα περιορίζεται, η Ευρώπη δεν έχει καμία επιρροή στην κλιμάκωση των αυξήσεων των τιμών και είναι η Κίνα που αποφασίζει πόσο προβληματικό θα είναι αυτό για τον τομέα των κατασκευών.
Αυτό ακριβώς συνέβη. Λόγω της προσπάθειας της κινεζικής κυβέρνησης να περιορίσει την εγχώρια κατανάλωση ρεύματος, η παροχή μαγνησίου προέλευσης Κίνας είτε έχει σταματήσει ή έχει μειωθεί δραστικά από το Σεπτέμβριο του 2021, με αποτέλεσμα μια διεθνή κρίση εφοδιασμού για το μαγνήσιο πρωτοφανούς μεγέθους. Η Κίνα περιόρισε μαζικά την παραγωγή μαγνησίου της και μέσα σε λίγες μέρες οι τιμές του μαγνησίου αυξήθηκαν σε επίπεδα πέντε έως επτά φορές υψηλότερα από τις ήδη ακριβές τιμές της αγοράς μετά την Covid εποχή. Οι βιομηχανίες στην Ευρώπη όχι μόνο βρέθηκαν αντιμέτωπες με εξαιρετικά υψηλές τιμές αλλά ξαφνικά έπαψαν να έχουν πρόσβαση και σε προμηθευτές του υλικού.
Το θέμα γίνεται όλο και πιο σημαντικό για την Ευρώπη, η οποία καταναλώνει το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς μαγνησίου, από τότε που η Δύση επέβαλε κυρώσεις στη Ρωσία ως αποτέλεσμα της εισβολής. Για να μετριάσει τις επιπτώσεις της τρέχουσας κρίσης και να αποτρέψει μελλοντικές ελλείψεις εφοδιασμού, η Ευρωπαϊκή Ένωση ξεκίνησε μια προσπάθεια επανεκκίνησης της εγχώριας παραγωγής μαγνησίου, που χρησιμοποιείται σε προϊόντα αλουμινίου και χάλυβα, με τουλάχιστον τρεις οργανισμούς να εργάζονται σε σχετικά έργα. Σε έγγραφο εργασίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (του Μαϊου του 2022), αναφέρεται ότι η Ε.Ε θα πρέπει να στοχεύσει να καλύψει το 15% των αναγκών της σε μαγνήσιο από την εγχώρια αγορά έως το 2030.
Αυτά είναι καλά νέα γιατί η δυνατότητα παραγωγής και ανακύκλωσης περισσότερου μαγνησίου για την ενεργειακή μετάβαση είναι σημαντική και αναξιοποίητη. Οι δυνατότητες ανακύκλωσης του αλουμινίου είναι επίσης εντυπωσιακές. Το ευρωπαϊκό αλουμίνιο είναι ήδη ξεκάθαρος ηγέτης, με ποσοστά ανακύκλωσης 76% για δοχεία αναψυκτικών και 90% για αυτοκίνητα και οχήματα καθώς και για εφαρμογές σε κτίρια. Αυτό έρχεται σε πλήρη αντιδιαστολή με το ποσοστό 1% που ανακυκλώνεται για τα περισσότερα στοιχεία σπάνιων γαιών.
Επίσης, σε νομοθετική κλίμακα, σημειώνεται ολοένα και μεγαλύτερη πρόοδος από την Ε.Ε ως προς την αντιμετώπιση της στρατηγικής αυτονομίας σε κρίσιμες πρώτες ύλες και πρωτογενείς ύλες. Το σχέδιο δράσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η ίδρυση της ERMA και η έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για μια ευρωπαϊκή στρατηγική για κρίσιμες πρώτες ύλες καθορίζουν μια σειρά μέτρων που μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στην παροχή βιώσιμων πρώτων υλών για την Ευρώπη καλύπτοντας και τις απαιτήσεις για την ασφάλεια του εφοδιασμού.
Διαφοροποίηση των αγορών προμήθειας πρώτων υλών, ενίσχυση των υφιστάμενων αλυσίδων αξίας με βάση την Ε.Ε
Είναι σημαντικό να εξετάσουμε τον τομέα του αλουμινίου που αποτελεί μία από τις πληρέστερες αλυσίδες αξίας της Ευρώπης σήμερα, με 1 εκατομμύριο άμεσες και έμμεσες θέσεις εργασίας και 40 δισεκατομμύρια ευρώ ετήσιο κύκλο εργασιών στην Ευρώπη. Ως βασικό υλικό για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τις μπαταρίες, τη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας και τις αποδοτικές, από πλευράς πόρων και ενέργειας, κατασκευές και κινητικότητα, το ευρωπαϊκό αλουμίνιο είναι απαραίτητο για την ανάπτυξη καθαρών τεχνολογιών και την κυκλική οικονομία. Χάρη στις ιδιότητές του, το αλουμίνιο είναι κυκλικό από τη φύση του και έχει αποτύπωμα άνθρακα μόλις το ένα τρίτο του μέσου όρου της Κίνας.
Έχει καταστεί προφανές πλέον ότι η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία δεν μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς έναν υγιή και δυναμικό ευρωπαϊκό τομέα αλουμινίου, αλλά αυτός ο τομέας αντιμετωπίζει ολοένα και περισσότερο μια υπαρξιακή απειλή. Όπως και με το μαγνήσιο, το αλουμίνιο υπόκειται στην ίδια κινεζική κυριαρχία που επιβλήθηκε λόγω των γενναιόδωρων κρατικών επιδοτήσεων και των φορολογικών απαλλαγών. Η πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα που επιδοτείται από το κράτος, η υποτιμολόγηση και ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται τους ορυκτούς της πόρους είναι μέσα που η Κίνα έχει χρησιμοποιήσει για να φθείρει την ευρωπαϊκή βιομηχανία για περισσότερες από δύο δεκαετίες.
Φυσικά, σε καμία περίπτωση δεν υπάρχει ούτε κατ'ελάχιστον σύγκριση των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και εταιρικής διακυβέρνησης προτύπων της Κίνας με της Ευρώπης. Ως εκ τούτου, αυτή η κατάσταση πρέπει να αντιμετωπιστεί επειγόντως, προκειμένου να επιτραπούν δικαιότεροι όροι ανταγωνισμού. Από το 2008, η Ευρώπη έχει χάσει περισσότερο από το 30% της πρωτογενούς παραγωγής αλουμινίου, μια τάση που επιδεινώθηκε τους τελευταίους μήνες, οδηγώντας σε περαιτέρω διακοπή ή αδράνεια παραγωγής περίπου 900.000 τόνων αλουμινίου από το φθινόπωρο του 2021 έως τώρα. Η αυξανόμενη εξάρτηση από τις εισαγωγές από την Κίνα απειλεί επίσης τις προσπάθειες της Ευρώπης για απαλλαγή από τις ανθρακούχες εκπομπές.
Το έργο της Ευρώπης για την εξασφάλιση πρώτων υλών – από τις σπάνιες γαίες έως τα βασικά μέταλλα – και η προσπάθειά της για στρατηγική αυτονομία πρέπει να βρίσκονται στο επίκεντρο της βιωσιμότητας και της βιομηχανικής στρατηγικής μας. Υλικά όπως το αλουμίνιο ή το μαγνήσιο είναι εξαιρετικά σημαντικά σε στρατηγικό επίπεδο για να αφεθούν να ελέγχονται από τρίτες χώρες με χαμηλή βιωσιμότητα και αμφισβητούμενες εμπορικές πρακτικές.
Εμείς, ως EIT RawMaterials, καθώς και ως ευρωπαϊκή βιομηχανία και ως υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής, πρέπει να συνεχίσουμε να αναπτύσσουμε μια ολιστική, μακροπρόθεσμη και γενική στρατηγική που αναγνωρίζει τη στρατηγική σημασία υλικών όπως το αλουμίνιο κινητοποιώντας χρηματοδότηση για επενδύσεις για την επιτάχυνση της εξέλιξης της ευρωπαϊκής βιομηχανίας τώρα. Πρέπει να διασφαλίσουμε ισχυρές και συνεπείς εμπορικές και βιομηχανικές πολιτικές που προασπίζουν και δίνουν κίνητρα για την παραγωγή της Ε.Ε και επιτρέπουν την ασφάλεια ακόμη και των μακροπρόθεσμων επενδύσεων. Και πρέπει να διευκολύνουμε περαιτέρω την πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή πράσινη ενέργεια που είναι απαραίτητη για έναν τομέα πρώτων υλών με μεγάλη ένταση ενέργειας.
Τόσο η βιομηχανία όσο και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής πρέπει να συνεργαστούν για να δημιουργήσουν ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ εγχώριων και διεθνών φορέων, εάν θέλουμε να αντιστρέψουμε την υφιστάμενη κατάσταση εκπομπών άνθρακα και απώλειας επενδύσεων και να διασφαλίσουμε ότι η εξάρτηση από τις εισαγωγές δεν υπονομεύει την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία.
Σήμερα στην Ευρώπη, μπορούμε να εξορύξουμε υπόγεια, να έχουμε υπερσύγχρονες λειτουργίες και να ηλεκτροδοτούμε ολόκληρες αλυσίδες εφοδιασμού. Η Ευρώπη αναγνωρίζεται παγκοσμίως για τον ηγετικό της ρόλο στην κυκλική οικονομία – αυτοί οι παράγοντες έχουν επεκτείνει τις ήδη μεγάλες δυνατότητες τις βιομηχανίας πρωτογενών και δευτερογενών πρώτων υλών. Ως εκ τούτου, ένα πολλά υποσχόμενο μέλλον για την Ευρώπη βρίσκεται σε εξέλιξη και βρίσκεται πολύ κοντά μας. Αλλά πρέπει όλες οι κρίσιμες προκλήσεις να αντιμετωπιστούν άμεσα.
Με πληροφορίες από EIT RawMaterials








