Ο ΦοΔΣΑ Κεντρικής Μακεδονίας υπέβαλε στις 3 Ιουλίου 2026 πρόταση χρηματοδότησης του έργου στο Πρόγραμμα «Περιβάλλον και Κλιματική Αλλαγή 2021-2027», αποτελώντας τον πρώτο ΦοΔΣΑ της χώρας που προχώρησε σε σχετική υποβολή στο συγκεκριμένο χρηματοδοτικό πλαίσιο. Η προτεινόμενη χρηματοδότηση ανέρχεται σε περίπου 103 εκατ. ευρώ, ενώ ο συνολικός προϋπολογισμός της πράξης φτάνει τα 107,58 εκατ. ευρώ.
Η εξέλιξη αποτελεί σημαντικό βήμα προς την έναρξη του έργου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η κατασκευή έχει ήδη ξεκινήσει. Η μονάδα βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο ωρίμανσης, καθώς έχουν προηγηθεί οι διαγωνιστικές διαδικασίες και η περιβαλλοντική αδειοδότηση. Τον Ιούνιο του 2026 εγκρίθηκαν οι τροποποιημένοι περιβαλλοντικοί όροι, ενώ ως ανάδοχο σχήμα έχει αναδειχθεί η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ με την ΗΛΙΟΧΩΡΑ. Επόμενα κρίσιμα βήματα είναι η ολοκλήρωση της χρηματοδότησης, η συμβασιοποίηση και στη συνέχεια η έναρξη των κατασκευαστικών εργασιών.
Το έργο είχε αρχικά σχεδιαστεί ως Μονάδα Επεξεργασίας Αποβλήτων (ΜΕΑ), ωστόσο στη συνέχεια αναβαθμίστηκε σε Μονάδα Ανάκτησης και Ανακύκλωσης (ΜΑΑ). Η αλλαγή δεν περιορίζεται στην ονομασία. Ο νέος σχεδιασμός δίνει μεγαλύτερη έμφαση στη χωριστή συλλογή, την ανάκτηση χρήσιμων υλικών και την επανένταξή τους στην παραγωγική διαδικασία, σε συμφωνία με τους στόχους της κυκλικής οικονομίας.
Η μονάδα θα μπορεί να επεξεργάζεται τρία βασικά ρεύματα αποβλήτων: υπολειμματικά σύμμεικτα αστικά απόβλητα, προδιαλεγμένα οργανικά απόβλητα, όπως εκείνα του καφέ κάδου, και χωριστά συλλεγέντα ανακυκλώσιμα υλικά. Με βάση την τελευταία περιβαλλοντική διαμόρφωση, η συνολική δυναμικότητα της εγκατάστασης θα φτάνει τους 210.000 τόνους ετησίως.
Έως 50.000 τόνοι θα μπορούν να αφορούν προδιαλεγμένα οργανικά απόβλητα και έως 78.000 τόνοι χωριστά συλλεγέντα ανακυκλώσιμα υλικά. Σε προηγούμενο επιχειρησιακό σχεδιασμό του ΦοΔΣΑ η δυναμικότητα είχε προσδιοριστεί στους 202.581 τόνους ετησίως, με τη νεότερη πρόβλεψη να αποτυπώνει την αναβάθμιση του έργου.
Στην εγκατάσταση προβλέπεται ακόμη Σταθμός Μεταφόρτωσης Υπολείμματος, μέγιστης δυναμικότητας 150 τόνων ημερησίως, καθώς και υποδομές επεξεργασίας υγρών αποβλήτων, αποθήκευσης προϊόντων και υποστήριξης της λειτουργίας της μονάδας. Το έργο θα αναπτυχθεί σε έκταση περίπου 816 στρεμμάτων, μεταξύ Κάτω Σχολαρίου και Αγίου Αντωνίου.
Η νέα μονάδα δεν αφορά μόνο τον Δήμο Θέρμης, αλλά προορίζεται να εξυπηρετεί μεγάλο μέρος της ανατολικής Θεσσαλονίκης και της Χαλκιδικής. Στον σχεδιασμό περιλαμβάνονται ρεύματα αποβλήτων από το 40% του Δήμου Θεσσαλονίκης, καθώς και από τους Δήμους Καλαμαριάς, Θέρμης, Θερμαϊκού και Πυλαίας-Χορτιάτη. Για συγκεκριμένα ρεύματα προβλέπεται επίσης η εξυπηρέτηση ολόκληρης της Περιφερειακής Ενότητας Χαλκιδικής.
Για τα προδιαλεγμένα οργανικά απόβλητα, ο σχεδιασμός προβλέπει την εξυπηρέτηση του 65% του Δήμου Θεσσαλονίκης, καθώς και των παραπάνω δήμων της ανατολικής πλευράς. Σύμφωνα με τον επιχειρησιακό σχεδιασμό του ΦοΔΣΑ, στόχος είναι η μονάδα να τεθεί σε λειτουργία το πρώτο εξάμηνο του 2029, με μέγιστη περίοδο κατασκευής και δοκιμαστικής λειτουργίας 36 μηνών. Το χρονοδιάγραμμα θα εξαρτηθεί από την ολοκλήρωση της χρηματοδότησης, τη συμβασιοποίηση και την πραγματική ημερομηνία έναρξης των εργασιών.
Παράλληλα με τη μονάδα του Ανατολικού Τομέα προωθείται και η Μονάδα Ανάκτησης και Ανακύκλωσης Δυτικού Τομέα στη Μαυροράχη, με δυναμικότητα περίπου 300.000 τόνων και διαφορετικό μοντέλο υλοποίησης μέσω ΣΔΙΤ. Οι δύο εγκαταστάσεις αποτελούν βασικούς πυλώνες του νέου σχεδιασμού διαχείρισης αποβλήτων στην Κεντρική Μακεδονία.
Το ζητούμενο είναι η σταδιακή μετάβαση από ένα σύστημα που εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα σύμμεικτα απορρίμματα και την ταφή, σε ένα μοντέλο όπου μεγαλύτερο μέρος των αποβλήτων θα συλλέγεται χωριστά, θα ανακτάται και θα επιστρέφει στην οικονομία ως αξιοποιήσιμο υλικό. Ο σχεδιασμός συνδέεται με τον εθνικό στόχο περιορισμού της υγειονομικής ταφής στο 10%, αλλά και με τους ευρωπαϊκούς στόχους για ανακύκλωση 60% έως το 2030 και 65% έως το 2035.
Έγκυρη ενημέρωση για την αξιακή αλυσίδα των raw materials