Το ερώτημα αν η αφθονία ορυκτών πόρων σε μια χώρα αποτελεί εξέλιξη, ευκαιρία ή εμπόδιο αποτελεί αντικείμενο εκτενούς έρευνας και συζήτησης. Οι υπάρχουσες μελέτες έχουν την τάση να επικεντρώνονται στην οικονομική ανάπτυξη και στην αύξηση του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) μιας χώρας, αντί για την κοινωνικο-οικονομική πρόοδο (κοινωνική πρόοδο) και την ευημερία των πολιτών.
Η έκθεση του International Council on Mining and Metals (ICMM) με τίτλο: Social Progress in Mining-Dependent Countries: Analysis through the lens of the UN Sustainable Development Goals (SDGs) που δημοσιεύτηκε το 2018, εξέτασε τις τάσεις σε ένα ευρύ σύνολο καθιερωμένων και ευρέως αποδεκτών κοινωνικο-οικονομικών δεικτών σε χώρες με σταθερή ιστορία εξάρτησης από ορυκτές πρώτες ύλες.
Η ανάλυση του ICMM απέδειξε αύξηση της κοινωνικής προόδου σε χώρες που εξαρτώνται από τα ορυχεία και την εξόρυξη (Mining-Dependent Countries, MDC) μεταξύ 1995 και 2015, διάστημα κατά το οποίο οι χώρες αυτές «έκλεισαν την ψαλίδα» με τις χώρες που δεν εξαρτώνται από τα ορυχεία σε επίπεδο κοινωνικο-οικονομικών δεικτών.
Αυτό που ήταν επίσης εμφανές ήταν ότι η οικονομική και κοινωνική πρόοδος στις MDCs επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα της διακυβέρνησης/διαχείρισης των πόρων δηλαδή από τον «τρόπο με τον οποίο ασκείται η εξουσία και οι πολιτικές σε θέματα διαχείρισης του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και των ορυκτών μιας χώρας MCD».
Η νέα έκθεση του ICMM (2021) βασίζεται στην ανάλυση του 2018 και την επεκτείνει για να διερευνήσει περαιτέρω πως έχει εξελιχθεί η κοινωνικο-οικονομική ανάπτυξη των χωρών που εξαρτώνται περισσότερο από την εξόρυξη και τον βαθμό στον οποίο η διακυβέρνηση έχει επίδραση στα αποτελέσματα.
Για το σκοπό αυτό, το προηγούμενο σύνολο δεδομένων/δεικτών έχει επικαιροποιηθεί με νέους δείκτες και η λίστα των χωρών MCD έχει διευρυνθεί περιλαμβάνοντας εννέα νέες χώρες (σε σύνολο 34 χωρών). Είκοσι τέσσερις χώρες παραμένουν ίδιες μεταξύ των δύο αναλύσεων. Μία χώρα (Κεντροαφρικανική Δημοκρατία) έχει αφαιρεθεί και δέκα χώρες (ΛΔΚ, Αίγυπτος, Δημοκρατία της Κιργιζίας, Λιβερία, Μοζαμβίκη, Σιέρα Λεόνε, Τανζανία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Υεμένη και η Ζιμπάμπουε) έχουν προστεθεί. Στη συνέχεια, το σύνολο δεδομένων επεξεργάστηκε κατάλληλα και προέκυψε ο (νέος) Δείκτης Κοινωνικής Προόδου της ICMM.
Η έκθεση διαπιστώνει ότι η ζωή σε χώρες που εξαρτώνται από την εξόρυξη έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία 23 χρόνια. Η έκθεση αναλύει 41 κοινωνικές μετρήσεις που ομαδοποιούνται σε 12 σχετικούς Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (SDGs) και διαπιστώνει ότι στο 75% αυτών των μετρήσεων, έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος στην κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη. Δεν είναι όλες οι πλούσιες σε πόρους χώρες εξαρτώμενες από αυτούς τους πόρους, και δεν είναι όλες οι χώρες που εξαρτώνται από πόρους εξαρτώμενες από την εξόρυξη. Το αν μια χώρα εξαρτάται από τους πόρους σχετίζεται με τη σχετική οικονομική σημασία των πόρων αυτών στα οικονομικά δεδομένα αυτής της χώρας.
Το ICMM ορίζει ως χώρες που εξαρτώνται από πόρους (Resource-Dependent Countries, RDCs) τις χώρες με οικονομίες όπου οι τομείς των ορυκτών, του πετρελαίου και του φυσικού αερίου διαδραματίζουν κυρίαρχο ρόλο – σε τέτοιο βαθμό ώστε είτε οι πόροι αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το 20% των εξαγωγών ή η διαφορά ανάμεσα στα έσοδα από την εξόρυξη πόρων και το κόστος εξόρυξης αυτών των πόρων είναι πάνω από το 10% του οικονομικού αποτελέσματος.
Από το 1995, την πρώτη χρονιά για την οποία υπάρχουν διαθέσιμα ολοκληρωμένα στοιχεία για τα κέρδη από τις εξαγωγές και τα ενοίκια πόρων, ο συνολικός αριθμός των χωρών RDC έχει αυξηθεί κατά 60% και έχει φτάσει τις 88 το 2018. Οι χώρες αυτές φιλοξενούν πάνω από το 30% του παγκόσμιου πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων 450 εκατομμύρια ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας (<από 1,90$ / ημέρα). Από τις 88 RDCs, οι 57 πληρούσαν τα κριτήρια εξάρτησης από πόρους καθόλη τη διάρκεια αυτών των 23 ετών (Figure E1) και μπορούν να κατηγοριοποιηθούν περαιτέρω ως εξής:
- 23 χώρες είναι χώρες που εξαρτώνται από τους υδρογονάνθρακες (Hydrocarbon Dependent Countries, HDCs) καθώς παράγουν περισσότερο από το 75% των εσόδων τους από υδρογονάνθρακες.
- 18 χώρες είναι χώρες που εξαρτώνται από τα μέταλλα και τα ορυκτά (Minerals and Metals Dependent Countries, MCDs) καθώς παράγουν περισσότερο από το 75% των εσόδων τους από εξαγωγές ορυκτών και μετάλλων.
- 16 χώρες εξαρτώνται τόσο από ορυκτά όσο και από υδρογονάνθρακες, καθώς τα έσοδα από τις εξαγωγές πόρων τους προκύπτουν από ένα μείγμα ορυκτών, μετάλλων και υδρογονανθράκων. Οι χώρες αυτές, στην ανάλυση του ICMM, ομαδοποιούνται με τις χώρες MDC.
Μέτρηση της κοινωνικής προόδου και της διαχείρισης των πόρων
Για την αξιολόγηση της κοινωνικής προόδου των 34 χωρών MDCs, το ICMM επικαιροποίησε τους δείκτες της προηγούμενης έκθεσης με πρόσφατα διαθέσιμα δεδομένα. Προστέθηκαν εννέα άλλοι δείκτες που κρίθηκε ότι είναι απαραίτητοι για μια πληρέστερη εικόνα της κοινωνικής προόδου. Τελικά προέκυψε ένα σετ 41 δεικτών (Figure E2). Οι καθοριστικοί παράγοντες επιλογής των δεικτών ήταν: συνάφεια, εστίαση στο αποτέλεσμα, ευαισθησία σε μεταβολές και διαθεσιμότητα στοιχείων.
Για την κατανόηση και μέτρηση των διαφορών μεταξύ της κοινωνικής προόδου των χωρών RDC και της προόδου των πλέον κοινωνικά προηγμένων χωρών, το ICMM ανέπτυξε έναν στοχευμένο δείκτη κοινωνικής προόδου χρησιμοποιώντας μεθοδολογία «distance to frontier» δηλαδή ενός σχετικού μέτρου όπου η κοινωνικο-οικονομική απόδοση μιας χώρας (σε κλίμακα 0-1) συγκρίνεται με την αντίστοιχη της πιο προηγμένης κοινωνικά χώρας παγκοσμίως (στη βάση είτε της υψηλότερης μέσης βαθμολογίας για μεμονωμένες μετρήσεις, είτε μιας ομάδας κοινωνικών μετρήσεων κάτω από έναν ενιαίο SDG ή σε όλες τις κοινωνικές μετρήσεις). Στη χώρα με τις καλύτερες και τις χειρότερες επιδόσεις αποδίδεται βαθμολογία 1 και 0 αντίστοιχα. Οι επιδόσεις όλων των άλλων χωρών στη συνέχεια μετρώνται σε σχέση με αυτές τις δύο χώρες.
Ο δείκτης κοινωνικής προόδου του ICMM παρέχει ένα στιγμιότυπο της ανάπτυξης των χωρών MDC από το 1995 έως το 2018, επιτρέποντας την αξιολόγηση των επιπέδων προόδου στις χώρες MDC και τις επιδόσεις τους συγκριτικά με τις χώρες μη-RDC. Παρέχει επίσης τη βάση για συγκριτική ανάλυση με το RGI -ένα ευρέως αναγνωρισμένο πλαίσιο για τη μέτρηση της ποιότητας διαχείρισης των φυσικών πόρων στους τομείς πετρελαίου, φυσικού αερίου και εξόρυξης σε 81 χώρες. Το RGI δίνει σε κάθε χώρα μια σύνθετη βαθμολογία βασιζόμενο σε τρία διακριτά στοιχεία (Figure E3).
Αποτελέσματα της Μελέτης του ICMM
1. Επιβεβαιώνεται η τάση που είχε αναδειχθεί ήδη από την πρώτη μελέτη ότι υπάρχει σημαντική κοινωνική πρόοδος στις χώρες MDC μετά το 1995
Στο 74% των κοινωνικο-οικονομικών μετρήσεων, η ζωή σε αυτές οι χώρες έχει βελτιωθεί σημαντικά κατά τη διάρκεια των 23 ετών που πέρασαν μέχρι το 2018 και οι πολίτες στις χώρες MDC είναι, συνολικά, πιο υγιείς, πλουσιότεροι και καλύτερα μορφωμένοι (Figure E4). Οι χώρες MDC με τις μεγαλύτερες σχετικές βελτιώσεις περιλαμβάνουν τη Βολιβία, τη Μποτσουάνα, την Ινδονησία και το Περού.
Μεταξύ 1995 και 2018, οι χώρες MDC έχουν κάνει τη μεγαλύτερη πρόοδο στην προώθηση της καλής υγείας και ευεξίας (SDG3), εισάγοντας ποιοτική εκπαίδευση (SDG4), παρέχοντας βελτιωμένη πρόσβαση σε καθαρό νερό και αποχέτευση στους ανθρώπους (SDG6), πιο προσιτή και καθαρή ενέργεια (SDG7) και βελτίωση της πρόσβασης σε υποδομές (SDG9). Τα ποσοστά παιδικής θνησιμότητας έχουν μειωθεί σημαντικά, η πρόσβαση σε ηλεκτρική ενέργεια έχει βελτιωθεί και η διείσδυση του Διαδικτύου και της κινητής τηλεφωνίας έχει επίσης βελτιωθεί. Οι παρατηρήσεις αυτές αντιπροσωπεύουν ένα επιχείρημα ενάντια στην ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι η εξόρυξη είναι πιθανό να εμποδίσει την οικονομική, και ακολούθως, την κοινωνική πρόοδο των πληθυσμών υποδοχής.
2. Οι χώρες MDC (Mining-Dependent Counties) υστερούν σε σχέση με τις χώρες που δεν εξαρτώνται από πόρους (non-Resources Dependent Countries - non RDCs) σε κοινωνικο-οικονομική απόδοση αλλά το χάσμα μεταξύ τους έχει αρχίσει να κλείνει
Με βάση το συνολικό Δείκτη Κοινωνικής Προόδου (Social Progress Index) της ICMM, το 2018 οι χώρες MDC παρουσίαζαν υστέρηση σε σχέση με τις μη-RDC χώρες σε όλους τους σχετικούς SDGs. Όσον αφορά τη συνολική κοινωνικο-οικονομική ανάπτυξη, οι MDC υστερούν έναντι των μη RDC κατά περίπου 11%. Ωστόσο, το κοινωνικο-οικονομικό χάσμα μεταξύ των MDC και των μη-RDC χωρών, μειώθηκε με την πάροδο του χρόνου. Έτσι, ενώ πάνω από το ήμισυ των MDCs είχαν χαμηλότερες επιδόσεις από τον παγκόσμιο μέσο όρο κοινωνικο-οικονομικής βαθμολογίας το 1995, πλέον, κατά την περίοδο μελέτης πάνω από το 75% των MDCs ξεπέρασαν τον παγκόσμιο μέσο όρο των στόχων ανάπτυξης (Figure E5).
3. Η θετική συσχέτιση μεταξύ των διαχείρισης των διαθέσιμων πόρων και των κοινωνικο-οικονομικών αποτελεσμάτων που είναι τεκμηριωμένη για χώρες που εξαρτώνται από τους υδρογονάνθρακες ισχύει για την εξόρυξη
Σε συμφωνία με την υπάρχουσα βιβλιογραφία οικονομικού χαρακτήρα που εστιάζει κυρίως σε χώρες HDC (Hydrocarbons-Dependent Countries), η ανάλυση του ICMM δείχνει μια θετική συσχέτιση μεταξύ των βαθμολογιών των MDCs στον Δείκτη Κοινωνικής Προόδου και στον RGI, δηλαδή όσο υψηλότερη είναι η ποιότητα της διαχείρισης των πόρων, τόσο ισχυρότερη είναι η κοινωνική πρόοδος που παρατηρείται. Επιπλέον, η θετική συσχέτιση ισχύει για όλους τους SDGs εκτός από τους SDG8 (Αξιοπρεπής εργασία και οικονομική ανάπτυξη), SDG10 (Μειωμένη ανισότητα) και SDG13 (Κλιματική δράση) (Figure E6).
4. Οι χώρες MDC που η διαχείριση των πόρων είναι οργανωμένη φαίνεται να έχουν σημαντικές βελτιώσεις σε κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο με την πάροδο του χρόνου
Υπάρχει ισχυρά θετική συσχέτιση μεταξύ της διαχείρισης των ορυκτών πόρων και της βελτίωσης του κοινωνικο-οικονομικού επιπέδου, η οποία βελτιώνεται περαιτέρω με αύξηση της περιόδου παρατήρησης. Η έρευνα της ICMM αποδεικνύει σαφώς ότι υπάρχει μια χρονική καθυστέρηση μεταξύ του σχεδιασμού μιας πολιτικής, την εφαρμογή της και τα παρατηρούμενα κοινωνικο-οικονομικά αναπτυξιακά αποτελέσματα.
Αυτό συνάδει με το γεγονός ότι η κοινωνική πρόοδος θα μπορούσε να έχει μακρά περίοδο κύησης ενώ ορισμένες πτυχές της διαχείρισης των πόρων, για παράδειγμα, η σύνταξη ενός νέου νόμου, μπορεί να πάρει πολύ μικρότερο χρόνο μέχρι την έγκριση και εφαρμογή της. Στη Γουινέα, για παράδειγμα, χρειάστηκαν 10 χρόνια για να προκύψουν θετικά κοινωνικο-οικονομικά αποτελέσματα μετά από μεταρρυθμίσεις.
5. Οι κανονισμοί και τα πλαίσια εξόρυξης από μόνα τους είναι ανεπαρκείς συνθήκες για θετικά κοινωνικο-οικονομικά αποτελέσματα – η σωστή εφαρμογή είναι το κλειδί
Παρόλο που μια χώρα μπορεί να έχει μια ισχυρή διαδικασία αδειοδότησης, ενδέχεται να μην την εφαρμόσει στην πραγματικότητα λόγω διαφόρων περιορισμών. Κάποιοι παράγοντες που εμποδίζουν την εφαρμογή περιλαμβάνουν υπερφιλόδοξους κανονισμούς ή ανατροπές πολιτικής από εξωτερικές πιέσεις όπως οι κύκλοι των εμπορευμάτων. Το RGI κάνει μια διάκριση μεταξύ των βαθμολογιών και δίνει τιμές για την ύπαρξη πολιτικών και νομοθεσίας (κριτήριο α) και για την εφαρμογή αυτών των πολιτικών (κριτήριο β).
Πολλές χώρες MDC έχουν επενδύσει χρόνο και προσπάθεια στην υιοθέτηση σαφών και σύγχρονων νομοθετικών πλαισίων, αλλά η εφαρμογή τους έχει αποδειχθεί μια μεγάλη προκλητική. Αυτό είναι εμφανές από το RGI που δείχνει ότι περισσότερο από το 80% των MDCs έχουν υψηλότερη βαθμολογία στις τιμές (α) από ότι στις (β). Η Λιβερία, για παράδειγμα, έχει βασικά κενά στην παρακολούθηση και επιβολή των κανονισμών εξόρυξης, γεγονός που σημαίνει ότι, ενώ το RGI βαθμολογεί υψηλά την ύπαρξη πολιτικών και νομοθεσίας, δεν ισχύει το ίδιο για την εφαρμογή τους. Δηλαδή, στη Λιβερία εν προκειμένω, οι θετικές εξελίξεις σε επίπεδο νομοθεσίας δεν έχουν ακόμη μεταφραστεί σε πρόοδο στους δείκτες SDG.
6. Στις τρεις συνιστώσες της διαχείρισης των πόρων μετρούμενη από τo Resource Governance Index (RGI), ένα βοηθητικό περιβάλλον έχει την ισχυρότερη επίδραση και βελτιωμένα κοινωνικοοικονομικά αποτελέσματα
Το ευνοϊκό περιβάλλον – η συνολική ποιότητα της διαχείρισης στη χώρα στο σύνολό της – και όχι σε συγκεκριμένες πολιτικές που σχετίζονται με τη διαχείριση της εξορυκτικής δραστηριότητας και των εσόδων ή διαχείριση και διανομή αυτών των εσόδων, φαίνεται να είναι η πιο σημαντική πτυχή της διαχείρισης (Figure Ε7).
Χώρες σε συνθήκες ειρήνης, έχουν χαμηλότερα επίπεδα διαφθοράς, και μια ενεργή κοινωνία των πολιτών με επαρκή αστικό χώρο, είναι ικανότερες να μετατρέψουν τη διαχείριση των φυσικών τους πόρων σε κοινωνική πρόοδο. Για παράδειγμα, η ταχεία οικονομική ανάπτυξη της Μποτσουάνα ενώ διαχειρίζεται ένα μεγάλο ποσό λόγω των δικαιωμάτων στην εξόρυξη διαμαντιών, πηγάζει από την ισχυρή συνολική διακυβέρνησή της. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την εμπειρία χωρών της αφρικανικής ηπείρου που απέτυχαν να αξιοποιήσουν με παρόμοιο τρόπο πόρους λόγω κακής διακυβέρνησης.
Επιπλέον, ένα ευνοϊκό περιβάλλον διακυβέρνησης φαίνεται να αντιμετωπίζει την ανεργία. Χώρες που κατείχαν μια σταθερή γραμμή κατά της διαφθοράς και υπέρ του κράτους δικαίου, των οποίων οι κυβερνήσεις λειτουργούν με διαφάνεια και είναι διαρκώς υπόλογες απέναντι στους πολίτες τους, έχουν προφανώς μεταφράσει τον πλούτο τους σε φυσικούς πόρους σε περισσότερες ευκαιρίες απασχόλησης. Για παράδειγμα, ένα ευνοϊκό περιβάλλον είναι καταλύτης για την ανάπτυξη των εταιρειών του ιδιωτικού τομέα, με αποτέλεσμα στη δημιουργία θέσεων εργασίας.
Ένα υποστηρικτικό περιβάλλον έχει επίσης σημαντικό βαθμό ανεξαρτησίας από τις πολιτικές πιέσεις, έχει σωστή αντίληψη για την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών και την αξιοπιστία της κυβέρνησης στη διατύπωση και εφαρμογή των πολιτικών. Αυτά μπορούν να ομαδοποιηθούν κάτω από την αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης, η οποία φαίνεται να έχει την ισχυρότερη θετική σχέση με την κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη μεταξύ των μετρούμενων SDG (Figure Ε8). Για παράδειγμα, ενώ η Χιλή έχει βιώσει σημαντικές πολιτικές αναταραχές τα τελευταία χρόνια, η χρηστή διακυβέρνηση αναγνωρίζεται ευρέως ότι είναι ο κύριος καθοριστικός παράγοντας στην επιτυχία του μεταλλευτικού τομέα της και της συμβολής του στην εθνική κοινωνική πρόοδο.
Συμπεράσματα
Ενώ η έρευνα παρέχει μια προσέγγιση για την ποσοτικοποίηση, το πλαίσιο και την σύγκριση της κοινωνικής προόδου μεταξύ και εντός χωρών για σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα, δεν αποδίδει αιτιότητα. Ενώ η οικονομική επίπτωση των εξορυκτικών δραστηριοτήτων και των κοινωνικών πολιτικών της εξόρυξης είναι πιθανό να έχουν συμβάλει στην κοινωνική πρόοδο (μέσω της απασχόλησης, του εισοδήματος και των κοινωνικών προγραμμάτων) στις χώρες MDC, άλλοι παράγοντες θα έχουν επίσης συμβάλλει -συμπεριλαμβανομένης της οικονομικής δραστηριότητας σε άλλους τομείς καθώς και στα κοινωνικά προγράμματα μη κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ) και εταιρειών σε τομείς που δεν σχετίζονται με πόρους.
Επίσης, οι επιπτώσεις της πανδημίας δε λαμβάνονται υπόψιν στην έκθεση. Όταν συντασσόταν η μελέτη, η πανδημία COVID-19 εκτιμάται ότι είχε ωθήσει επιπλέον 100 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως σε ακραία φτώχεια, εξανεμίζοντας δυνητικά πολλά από τα ωφέλη στην υγεία, τον πλούτο και την εκπαίδευση που απεικονίζονται στην έκθεση. Έχοντας αυτό κατά νου, η κατανόηση της σχέσης μεταξύ της αποτελεσματικής διακυβέρνησης και της κοινωνικής προόδου είναι ακόμη περισσότερο σημαντική καθώς οι χώρες προσπαθούν να ανοικοδομήσουν τις οικονομίες τους και να ανακτήσουν την ευημερία των πολιτών τους.
Η έρευνα του ICMM μπορεί επομένως να χρησιμεύσει ως βάση για τη σχέση μεταξύ της διαχείρισης των πόρων και της κοινωνικής προόδου πριν από την πανδημία. Οι ερευνητές, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής και οι παράγοντες του κλάδου μπορούν να επικαιροποιήσουν τα συμπεράσματα καθώς βιώνουμε τις εξελισσόμενες επιπτώσεις της πανδημίας.
Η έρευνα του ICMM αποκαλύπτει τους δεσμούς μεταξύ της διαχείρισης των ορυκτών πόρων και των κοινωνικο-οικονομικών αποτελεσμάτων, προχωρώντας την υπάρχουσα γνώση ένα βήμα παραπέρα και εστιάζοντας στην κοινωνική πρόοδο και στους παράγοντες που την επηρρεάζουν θετικά. Πολλοί έχουν προσπαθήσει να ορίσουν τι σημαίνει «καλή διαχείριση» αλλά λίγοι έχουν εξετάσει τους υποκείμενους λόγους για τους οποίους ορισμένοι δείκτες χρηστής διακυβέρνησης επιδεικνύουν ισχυρότερους ή μη συσχετισμούς με την κοινωνική πρόοδο.
Τα ευρήματα της έκθεσης υποδηλώνουν ότι οι χώρες MDC, όπου η κοινωνική πρόοδος υστερεί, τείνουν να υποφέρουν από πολιτική αστάθεια ή βία, διαφθορά, έλλειψη διαφάνειας και λογοδοσία, ή από μια καταπιεσμένη φωνή της κοινωνίας των πολιτών. Όταν υπάρχει επαρκής διαχείριση, η ανάπτυξη που σχετίζεται με τους ορυκτούς πόρους μπορεί να συμβάλλει σε ένα ευρύ φάσμα στόχων πολιτικής, εκτός από τη δημιουργία εσόδων, όπως η δημιουργία θέσεων εργασίας, η μείωση της φτώχειας, βελτιωμένη ενέργεια και μεταποίηση, και δημιουργία άμεσων ξένων επενδύσεων.
Οι επενδύσεις σε ορυκτά είναι μη ανανεώσιμες, δυναμικές και προσωρινής φύσης. Ο μετασχηματισμός αυτών των πεπερασμένων πόρων σε οικονομική ανάπτυξη και κοινωνική ανάπτυξη επιτυγχάνεται καλύτερα μέσω της υπεύθυνης εξόρυξης τους στη βάση αποτελεσματικών πλαισίων πολιτικής για τους ορυκτούς πόρους που καθορίστηκαν και εφαρμόστηκαν από τις ίδιες τις κυβερνήσεις. Η Έκθεση ενισχύει την υπόθεση ότι για καλύτερα κοινωνικοοικονομικά αποτελέσματα, η ποιότητα της εφαρμογής είναι πιο σημαντική από την απλή ύπαρξη των νόμων και των πολιτικών.
Τέλος, η έρευνα ενισχύει την άποψη ότι η εξόρυξη και η βιομηχανία των μετάλλων μπορούν να αποτελέσουν ισχυρό καταλύτη για μακροπρόθεσμη βιώσιμη ανάπτυξη, αποδεικνύοντας παράλληλα ότι η διαχείριση των πόρων διαδραματίζει θεμελιώδη ρόλο στην εξήγηση της προόδου και της κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης στις χώρες MDC.
Οι φορείς χάραξης πολιτικής πρέπει να δώσουν ιδιαίτερη προσοχή στο σύνολο του ευνοϊκού περιβάλλοντος στις χώρες τους και στην ενίσχυση της κυβερνητικής αποτελεσματικότητας στο σύνολό της διασφαλίζοντας παράλληλα τη σωστή επιβολή και εφαρμογή πολιτικών. Τα παρατηρούμενα κενά στις κοινωνικοοικονομικές επιδόσεις των χωρών MDC θα μπορούσαν να βοηθήσουν τους παράγοντες ανάπτυξης, τις εταιρείες εξόρυξης και την κοινωνία των πολιτών να προσδιορίσουν τις προτεραιότητες για τη συμμετοχή τους σε αποδοτικές συνεργασίες με τις κυβερνήσεις υποδοχής.
Με πληροφορίες από icmm.com


















