Η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρά στη σταδιακή κατάργηση της σόγιας από τα βιοκαύσιμα, στο πλαίσιο της προσπάθειας περιορισμού πρώτων υλών που σχετίζονται με υψηλή αλλαγή χρήσης γης. Η καλλιέργεια σόγιας απαιτεί μεγάλες εκτάσεις, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο εκχέρσωσης δασικών περιοχών προκειμένου να εξευρεθεί καλλιεργήσιμη γη.
Τα βιοκαύσιμα σόγιας είναι ανανεώσιμα καύσιμα που παράγονται από έλαιο σόγιας και έχουν προβληθεί ως καθαρότερη εναλλακτική έναντι του πετρελαίου κίνησης, καθώς μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε υφιστάμενους πετρελαιοκινητήρες χωρίς σημαντικές μετατροπές. Ωστόσο, σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, η συνολική περιβαλλοντική τους επίπτωση μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντική.
Όπως αναφέρει ο υπεύθυνος για τον τομέα των βιοκαυσίμων της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Μεταφορών και Περιβάλλοντος (Transport & Environment), Cian Delaney, «τα βιοκαύσιμα σόγιας είναι δύο φορές πιο επιβλαβή για τον πλανήτη από το ορυκτό ντίζελ». Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η σταδιακή κατάργηση τους είναι η ορθή κατεύθυνση, καθώς αποτρέπει το ενδεχόμενο καλλιέργειες από τις ΗΠΑ, τη Βραζιλία και την Αργεντινή να καταλήγουν στις ευρωπαϊκές δεξαμενές καυσίμων, ιδιαίτερα μετά την υπογραφή της εμπορικής συμφωνίας Mercosur από την ΕΕ.
Την ίδια στιγμή, άλλες πρώτες ύλες που επίσης συνδέονται με υψηλά επίπεδα αλλαγής χρήσης γης, όπως το ζαχαροκάλαμο, παραμένουν κάτω από το σχετικό όριο. Αυτό σημαίνει ότι μπορούν να συνεχίσουν να προσμετρώνται στους στόχους της ΕΕ για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Τα βιοκαύσιμα προωθήθηκαν ευρέως στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά την υιοθέτηση της Οδηγίας για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας το 2009. Το 2019 αποφασίστηκε η σταδιακή κατάργηση των βιοκαυσίμων από φοινικέλαιο έως το 2030. Η σόγια φαίνεται πως θα ακολουθήσει αντίστοιχη πορεία στο άμεσο μέλλον, ενώ προτεραιότητα αναμένεται να δοθεί στη χρήση ζαχαροκάλαμου. Σήμερα, περισσότεροι από 100 εκατομμύρια τόνοι ζαχαροκάλαμου χρησιμοποιούνται παγκοσμίως για την παραγωγή βιοκαυσίμων, ενώ εκτιμάται ότι το μέγεθος αυτό θα αυξηθεί κατά 50% έως το 2030.






