Οι προσπάθειες της ΕΕ να επανεξοπλιστεί αντιμετωπίζουν μια εγγενή ευπάθεια ήτοι μεγάλη εξάρτηση από τις κρίσιμες πρώτες ύλες (CRM). Για να μειώσουν αυτή την εξάρτηση, οι Βρυξέλλες προωθούν την εγχώρια εξόρυξη, την ανακύκλωση όπως επίσης και διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας, αλλά, στην πράξη, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές προκλήσεις.
Το αλουμίνιο, το πυρίτιο, το τιτάνιο, το νικέλιο, το γερμάνιο, ο χαλκός και το ταντάλιο αποτελούν συνήθεις πρώτες ύλες για την κατασκευή ενός σύγχρονου άρματος μάχης και όλα είναι σπάνια στην Ευρώπη.
Η Ευρώπη παράγει μόλις το 1 έως 5% των κρίσιμων πρώτων υλών που χρειάζεται για βασικές πολιτικές και αμυντικές τεχνολογίες και η ζήτηση αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά τα επόμενα χρόνια. Πιο συγκεκριμένα, έως το 2030, η ΕΕ αναμένει εξαπλάσια αύξηση της ζήτησης για μέταλλα σπάνιων γαιών, ενώ η ζήτηση για λίθιο προβλέπεται να επταπλασιαστεί έως το 2050.
Οι προβληματισμοί που προκύπτουν δεν είναι νέοι, αλλά έχουν ενταθεί από το τρέχον γεωπολιτικό κλίμα, την ώθηση της Ευρώπης για ενεργειακή μετάβαση και την ανάγκη για μια πιο προηγμένη τεχνολογικά βιομηχανική βάση, σύμφωνα με έκθεση του Διεθνούς Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (International Institute for Strategic Studies, IISS).
Τους τελευταίους μήνες, η ΕΕ έχει εντείνει τη ρητορική και τις ενέργειες της γύρω από τον επανεξοπλισμό της ή, όπως χαρακτηριστικά το αναφέρουν οι αξιωματούχοι, την «αμυντική ετοιμότητα» ενόψει μιας πιθανής ρωσικής επίθεσης σε ένα κράτος - μέλος. Ωστόσο, ενώ οι αμυντικές δαπάνες είναι στο επίκεντρο, ο ρόλος των κρίσιμων πρώτων υλών στον αμυντικό τομέα παραβλέπεται σε μεγάλο βαθμό.
«Οι πιθανοί αντίπαλοι των δυτικών κρατών έχουν, σε ορισμένες περιπτώσεις σχεδόν μονοπώλιο στην προμήθεια στρατηγικών πρώτων υλών που είτε χρησιμοποιούνται στις τρέχουσες αμυντικές πλατφόρμες ή είναι απαραίτητες για την ευρωπαϊκή ψηφιακή και βιομηχανική ανάπτυξη και την ενεργειακή μετάβαση», προειδοποίησαν οι ερευνητές του IISS.
Από το 2016 έως το 2020, η Κίνα, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ), η Ρωσία, η Νότια Αφρική και η Τουρκία ήταν οι κορυφαίοι παραγωγοί στον κόσμο 17 πρώτων υλών που ταξινομήθηκαν ως «κρίσιμες» από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή πέρυσι. Κατά την ίδια περίοδο, η ΕΕ εξαρτιόταν πλήρως από την Κίνα για εισαγωγές λιθίου, μανγησίου, φωσφόρου, σκανδίου, τιτανίου και βαναδίου.
Η Κίνα επενδύει στρατηγικά, εδώ και καιρό, στον έλεγχο της εφοδιαστικής αλυσίδας των μετάλλων, όχι μόνο στην εξόρυξη αλλά και στις δυνατότητες επεξεργασίας. Σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη αβεβαιότητα σχετικά με την εμπορική πολιτική των ΗΠΑ, η πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες, ιδιαίτερα εκείνων σε επεξεργασμένη/τελική μορφή, παραμένει «αβέβαιη», δήλωσε η Rebecca Lucas, αναλύτρια σε θέματα άμυνας της RAND Europe.
«Η ΕΕ θα πρέπει να κατανοήσει ποιες εναλλακτικές υπάρχουν στις τρέχουσες πηγές κρίσιμων πρώτων υλών και να ακολουθήσει πολιτικές που της επιτρέπουν να μεγιστοποιήσει τον αριθμό των πηγών προμήθειας», συνέστησε η Lucas.
Οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες αεροδιαστημικής, ασφάλειας και άμυνας έχουν παρόμοια άποψη. «Η διαφοροποίηση είναι απαραίτητη και ο κλάδος μας επιδιώκει ενεργά την εύρεση εναλλακτικών πηγών, ενισχύοντας την ανθεκτικότητα και μειώνοντας τις εξαρτήσεις από έναν μοναδικό προμηθευτή, όπου αυτό είναι δυνατό», δήλωσε ο εκπρόσωπος της Ένωσης Αεροδιαστημικής, Ασφάλειας και Αμυντικών Βιομηχανιών της Ευρώπης (European Aerospace, Security and Defence industry, ASD).
Τον Μάιο του 2024, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε την απάντηση της στη μείωση αυτών των εξαρτήσεων: τον νόμο περί κρίσιμων πρώτων υλών, έναν κανονισμό που στοχεύει στην ενίσχυση της εγχώριας παραγωγικής ικανότητας, στη διαφοροποίηση των εισαγωγών και στην προώθηση της ανακύκλωσης. Έως το 2030, η Επιτροπή της ΕΕ σκοπεύει να διασφαλίσει ότι το 10% της ετήσιας ζήτησης της ΕΕ θα καλύπτεται μέσω εγχώριας εξόρυξης, το 40% μέσω εγχώριας επεξεργασίας και το 25% μέσω ανακύκλωσης εντός της ΕΕ. Ο κανονισμός στοχεύει επίσης να περιορίσει την εξάρτηση από κάθε τρίτη χώρα για μια συγκεκριμένη κρίσιμη πρώτη ύλη σε όχι περισσότερο από 65%.
Ωστόσο, το χάσμα μεταξύ φιλοδοξίας και επιπέδων προσφοράς παραμένει μεγάλο και η υλοποίηση των σχεδίων είναι, από μόνη της, πρόκληση. «Η κοινή κατανόηση των στόχων της ΕΕ θα αποτελέσει βασικό παράγοντα, και το ίδιο συμβαίνει και με τη διατήρηση μιας ακριβούς χαρτογράφησης της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανικής ικανότητας», υποστήριξε η Lucas.
Σύμφωνα με την ASD, αν και η εξάρτηση από τις κρίσιμες πρώτες ύλες ποικίλει μεταξύ των αμυντικών συστημάτων και εξοπλισμού, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ασφαλής και προβλέψιμη πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες είναι «απαραίτητη» για τους στόχους άμυνας και επανεξοπλισμού της Ευρώπης.
«Το εξελισσόμενο γεωπολιτικό τοπίο έχει αυξήσει σημαντικά την έκθεση και την ευαλωτότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων κρίσιμων πρώτων υλών», δήλωσε ο εκπρόσωπος της ASD. «Οποιαδήποτε διακοπή σε αυτές τις ροές θα μπορούσε να επηρεάσει σοβαρά την αμυντική ετοιμότητα και τη βιομηχανική παραγωγή, με πιθανές συνέπειες για την ευρωπαϊκή ασφάλεια και ανθεκτικότητα».
Χωρίς ασφαλή πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες (συμπεριλαμβανομένων των σπάνιων γαιών), οι εφοδιαστικές αλυσίδες θα αντιμετωπίσουν προβλήματα, η παραγωγή μπορεί να επιβραδυνθεί ή να σταματήσει και να προκύψουν κενά κάλυψης των αμυντικών αναγκών.
Η ΕΕ προσπαθεί όλο και περισσότερο να διαφοροποιήσει τόσο τις πρώτες ύλες που χρησιμοποιεί όσο και τις πηγές τους, δήλωσε ο Gregor Nägeli, κοινοβουλευτικός σύμβουλος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος. «Πρέπει να επιτύχουμε τη διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας, κατά προτίμηση περιλαμβάνοντας αξιόπιστους εταίρους, εταίρους που εμπιστευόμαστε όπως η Αυστραλία, ο Καναδάς και οι χώρες της Νότιας Αμερικής», δήλωσε ο Nägeli, ο οποίος υπηρετεί επίσης στο European Critical Raw Materials Board.
Είναι η αποθήκευση αποθεμάτων η λύση;
Η υπερβολική εξάρτηση από ξένους προμηθευτές δημιουργεί τρωτά σημεία για τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες και θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τις προσπάθειες επανεξοπλισμού του Ένωσης, σύμφωνα με τους αναλυτές, τους εκπροσώπους της βιομηχανίας και τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής. Σε εθνικό επίπεδο, χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία και η Ισπανία έχουν εισαγάγει νομοθεσία και στρατηγικές για να προετοιμαστούν για πιθανές διακοπές του εφοδιασμού.
Ο νόμος περί στρατιωτικού προγραμματισμού της Γαλλίας 2024-2030 (Loi de Programmation Militaire, LPM) καθιστά υποχρεωτική την εξασφάλιση αποθεμάτων για εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον τομέα της άμυνας και επιτρέπει σε όλες τις παραγωγικές δραστηριότητες να ανακατευθύνονται στις ένοπλες δυνάμεις σε περιόδους έκτακτης ανάγκης. Η αμυντική βιομηχανική στρατηγική της Ισπανίας για το 2023 περιλαμβάνει επίσης συστάσεις για την ενίσχυση των εφοδιαστικών αλυσίδων και την ασφαλή πρόσβαση στις πρώτες ύλες.
Αλλά η αποθήκευση αποθεμάτων σε επίπεδο ΕΕ είναι πολύ πιο περίπλοκη και θα πάρει χρόνο. «Η συσσώρευση αποθεμάτων θα μπορούσε να βοηθήσει στη μείωση των κινδύνων για ορισμένες πρώτες ύλες, αλλά αυτό δεν ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις», τόνισε ο Nägeli.
Ορισμένες πρώτες ύλες απαιτούν πολύ συγκεκριμένες ποιότητες, ποσότητες και συνθήκες αποθήκευσης και τέτοιες πληροφορίες είναι εξαιρετικά ευαίσθητες, επομένως οι εταιρείες συχνά διστάζουν να τις μοιραστούν με οποιονδήποτε κυβερνητικό φορέα, συμπεριλαμβανομένης της ίδιας της ΕΕ.
Ο ευρωπαϊκός αμυντικός και βιομηχανικός τομέας αναγνωρίζει ότι τα επόμενα χρόνια, η δημιουργία εγχώριας εξορυκτικής ικανότητας, επεξεργασίας και ανακύκλωσης είναι απαραίτητη, όπως και η επένδυση στην έρευνα και την καινοτομία για την υποστήριξη της υποκατάστασης κρίσιμων πρώτων υλών. «Το κλειδί τώρα είναι να εφαρμόσουμε τον CRMA στο πνεύμα του, να επεκτείνουμε τις εταιρικές σχέσεις που έχουμε αρχίσει να καθιερώνουμε με άλλα έθνη και να τις εφαρμόζουμε στην πραγματικότητα», αναφέρει οNägeli, σύμβουλος πολιτικής του ΕΛΚ.
Με πληροφορίες από euronews.com










